Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

ΟΙ ΚΑΜΙ




(Ιαπωνική μυθολογία)


 




            Οι Ιάπωνες θεοποιούσαν τις δυνάμεις της φύσεως και αυτές ονόμαζαν Κάμι δηλαδή «Όντα τοποθετημένα υψηλότερα», αυτά που λατρεύονται και φυσικά δεν έχουν την έννοια που δίνουμε εμείς στον θεό, οι Γιαπωνέζοι τους έδιναν το επίθετο «Σι χαγιά μπούρου» δηλαδή ισχυρός.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η εικόνα αφηγείται  τη δημιουργία των νησιών που αποτελούν την Ιαπωνία  από τους θεούς Ιζανάγκι (Izanagi)  και Ιζανάμι (Izanami), καθώς και τη γέννηση των μεταγενέστερων θεοτήτων που αποτελούν το ιαπωνικό πάνθεον, των λεγόμενων κάμι ().

            Οι θεοί της Ιαπωνικής μυθολογίας  είναι αυτό που λέμε εμείς «κατ εικόνα και ομοίωση», δηλαδή με σώμα ανθρώπινο, ελαττώματα και προτερήματα, μιλούν με ειλικρίνεια για τα κατορθώματα των θεών. Οι Θεοί έχουν δύο ψυχές την γαλήνια (νίγκι μι τάμα)  και την βίαιη (άρα μι τάμα)

Κάμι αντιδρά ανάλογα με την ψυχή του θεού και δεν είναι σπάνιο η ψυχή του Θεού να εγκαταλείψει το σώμα και να εκδηλωθεί σε ένα αντικείμενο.

            Οι Κάμι δεν είναι παντογνώστες, όσοι είναι στον ουρανό δεν γνωρίζουν τι συμβαίνει στην γη και το πληροφορούνται είτε από αγγελιοφόρους, είτε από μάντεις.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η Amaterasu (天照 ),   είναι μια θεά ήλιος στην ιαπωνική μυθολογία, και ίσως η πιο σημαντική θεότητα Σίντο ( Kami). Γεννήθηκε από το αριστερό μάτι του Izanagi.  Λέγεται ότι συνδέεται άμεσα στην καταγωγή των  κυρίαρχων  νοικοκυριών της Ιαπωνίας και του αυτοκράτορα, οι οποίοι θεωρούνται απόγονοι του kami της.

            Οι Θεοί μπορούν να κάνουν καλό ή κακό αλλά δεν υπάρχει ουσιαστικά κακός Κάμι, ο θεός Ιζανάγκι έρχεται από την κόλαση στην γη και αποπλύνει τον ρύπον του, από την λάσπη του γεννιέται γεννιέται ο θεός των πολλών συμφορών Γιάσο Μάγκα Τσου  Χι , τότε όμως εμφανίζεται ο ανορθωτής θεός Κάμου Ναχόμπι.

            Ότι είναι κακό κατοικεί στην κόλαση που βρίσκεται βαθιά μέσα στην Γή, οι δαίμονες της κόλασης αντιπροσωπεύουν τις επιδημίες και τις ασθένειες, καθώς και τις εν γένει συμφορές των Ιαπώνων. 





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η Izunome είναι η διαμεσολάβηση για  την υγεία και τον καθαρισμό. Σύμβολό της είναι φωτιά ή το νερό. Μια Θεά του καθαρισμού, Izunome Kami μας βοηθά να προετοιμαστούν για τις εορταστικές εκδηλώσεις του τέλος του φθινοπώρου και στις αρχές του χειμώνα με τη δύναμη καθαρισμού Her. Ενώ Γεννήθηκε στο νερό, η ενέργεια αυτής της θεάς υπάρχει σε κάθε τελετές για τον καθαρισμό, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που επικεντρώνονται στις φλόγες.

            Ο Γιάσο Μάγκα Τσου  Χι είναι λιγότερο ισχυρός από τους Κάμι, οι οποίοι με την δύναμή τους μπορούν να υποτάσσουν τους δαίμονες ή και να τους εμποδίζουν να ανέβουν στην Γη.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ εκδόσεις Χ.Φ Γιοβάνη τόμος ΙΙ 






 

2ος ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ




Το τέλος του 1ου Βαλκανικού πολέμου βρήκε τις χώρες των Βαλκανίων να έχουν αποκομίσει τεράστια  εδαφικά οφέλη εις βάρος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά και ήδη υπήρχε η πρώτη καχυποψία από τους πρώην συμμάχους.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η εφημερίδα Εμπρός ανακοινώνει την έναρξη του πολέμου.

Οι Βούλγαροι που παράταξαν τόσο στρατό όσο όλοι οι άλλοι σύμμαχοι τους και συγκράτησαν με  μεγάλες θυσίες στη Θράκη το κύριο σώμα του Οθωμανικού στρατού, με επίμονους αγώνες έφτασαν στην Τσατάλτζα στα περίχωρα της Κωνσταντινουπόλεως, αυτή η τακτική τους προς την Κωνσταντινούπολη τους εξάντλησε και τους απομάκρυνε  από τις εθνικές τους διεκδικήσεις τους στη Μακεδονία.

Στη Βουλγαρία υπήρχε μεγάλος αναβρασμός διότι επικρατούσε η αίσθηση ότι αδικήθηκαν από την απώλεια της Μακεδονίας.

Βέβαια από λάθος του διαδόχου Κωνσταντίνου ήδη στην Θεσσαλονίκη υπήρχαν περί τα 12 βουλγαρικά τάγματα  εντός της πόλης.

Ο στρατός της Βουλγαρίας ενισχυμένος από Βούλγαρους των περιοχών που κατάλαβαν, οι οποίοι όμως στερούντο εκπαίδευσης, αλλά με μεγάλο εθνικό φανατισμό. Ο εφοδιασμός του στρατού των ήταν άθλιος καθώς είχαν ήδη εξαντληθεί οι πόροι της φτωχής χώρας.

Ο πυρήνας της Ελληνο Βουλγαρικής διαφωνίας εντοπιζόταν στην κατοχή της Θεσσαλονίκης.
Στις 25 /12/1912  ο Βενιζέλος προκάλεσε σχετική συζήτηση με τον Βούλγαρο εκπρόσωπο και του δήλωσε οργισμένος ότι η Ελλάδα θα εγκατέλειπε την Θεσσαλονίκη μόνο ύστερα από ένα ατυχή πόλεμο.

Η Σερβία ήταν δυσαρεστημένη από την Βουλγαρία για την άρνηση για αναθεώρησης των όρων της μυστικής συμφωνίας τους της 29/2/1912.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Αφίσα της εποχής, σχετική με την εδαφική επέκταση της Ελλάδας.


Έτσι οι Σέρβοι και οι  Έλληνες άρχισαν μυστικές διαπραγματεύσεις στα μέσα του Ιανουαρίου, σε αυτές τις συζητήσεις οι Σέρβοι επιδίωκαν υπογραφή στρατιωτικής σύμβασης για περίπτωση επίθεσης από Τρίτη χώρα, η Ελλάδα κινδύνευε να εμπλακεί σε πόλεμο με την Αυστρουγγαρία, στις 19/4/1913 στο συμβούλιο του στέμματος ο Ε Βενιζέλος επέβαλε στον Κωνσταντίνο την άποψή του ότι έπρεπε να δεχθούν τον όρο των Σέρβων προ της Βουλγαρικής απειλής και της απώλειας της Θεσσαλονίκης, ο Κωνσταντίνος υποχώρησε και υπέγραψε στρατιωτική σύμβαση την 1/5/1913.

Στις 17/5/1913 υπογράφτηκε στο Λονδίνο η συνθήκη ειρήνης μετά από μεγάλη κωλυσιεργία του Βενιζέλου που αποσκοπούσε σε ευνοϊκές ρυθμίσεις υπέρ της Ελλάδος και στις 18/5/1913 με απόλυτη μυστικότητα η Ελληνοσερβική συνθήκη.

Η Ρωσία προκειμένου να ρυθμίσει τις διαφορές των Βαλκανίων ανέλαβε πρωτοβουλία διαιτησίας οι πρωθυπουργοί Ε Βενιζέλος, Πάσιτς και Ντάνεφ  αποδέχθηκαν την Ρωσική πρόσκληση.





ΑΝΗΣΥΧΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ

Στην Ελλάδα ήταν φανερό ότι οδεύαμε και προς δεύτερο πόλεμο έτσι ζητούνται πληροφορίες από την πολιτική ηγεσία την 13 Μαΐου 1913, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, υπουργός Στρατιωτικών, παρακαλεί «υμάς κ. Συνάδελφε (ενν. τον ΥΠΕΞ Λάμπρο Κορομηλά) όπως δια του εν Βελιγραδίω πρέσβεως κ. Αλεξανδρόπουλου επιτύχητε την εξακρίβωσιν και την προς ημάς αποστολήν των κάτωθι πληροφοριών περί του σερβικού στρατού...» (ΑΠ 402 1913, Κεντρική Υπηρεσία, φάκ. 5, υποφάκ. 6).




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Οι φιλίες της πρώτης συμμαχίας κατά των Οθωμανών άρχισαν να ξεθωριάζουν.

H αγωνία της ελληνικής κυβέρνησης ενισχύεται από κρυπτοτηλεγράφημα του πρεσβευτή Δ. Πανά από τη Σόφια στις 7 Ιουλίου:

«Ανακοινώνω υμίν κατωτέρω τηλεγράφημα υποπροξένου Σαράντα Εκκλησιών. Χθες ανεχώρησε εσπευσμένως στρατάρχης Σαβώφ κληθείς υπό Κυβερνήσεως εις Σόφιαν... Χθες διήλθον εις Βουλγαρίαν τρεις στρατιωτικαί αμαξοστοιχίαι. Ονόματα συνταγμάτων και άλλο σχετικόν αδύνατον περισυλλέξω, στρατιωτικών αρχών μη επιτρεπουσών ουδενί πλησιάση σταθμόν. Επέμβασις Αυτοκράτορος Ρωσίας παρήγαγε μεγάλην χαράν ουδενός επιθυμούντος νέον πόλεμον. Πληροφορούμαι εξ ασφαλούς πηγής ότι στρατηγός Φίτσεφ εις κύκλον αξιωματικών είπεν ότι πόλεμος οριστικώς απεσοβήθη αλλ' ότι δώσωμεν τι τη Σερβία πιεζούση ημάς. Περί Ελλάδος Στρατάρχης Σαβώφ προ προκρίτων ομογενών και Μητροπολίτη Ανδριανουπόλεως είπεν ότι Θεσσαλονίκη οριστικώς μείνη τοις Ελλησιν και ότι ζητούσιν Σέρρας και Καβάλαν αλλά και τούτο διευθετηθή...».






Με ίδια ημερομηνία ο πρόξενος N. Σουίδας αναφέρει από Φιλιππούπολη:
«Χθες την εσπέραν διήλθεν εντεύθεν γενικόν στρατηγείον διευθυνόμενον προς Σόφιαν. Ηρξαντο επίσης διερχόμενα προς Σόφιαν νυν σχηματισθέντα διά Στρατολογίας Θράκης νέα συντάγματα πεζικού αρ. 71, 72, 73 και 74... Πληροφορούμαι εξ ασφαλούς πηγής μετακινήσεις 4ης και 5ης Μεραρχίας. Εις Ιστίπ συνεκεντρώθησαν 15 χιλιάδες Μακεδόνων ανταρτών έτοιμων δι' εισβολήν» (ΑΠ 17285).

Στις 10 Ιουνίου ο ΥΠΕΞ Λ. Κορομηλάς ειδοποιεί το Γενικό Στρατηγείο Θεσσαλονίκης:
 «περί της ημέρας της πιθανής ενάρξεως των καθ' ημών και της Σερβίας πολέμου της Βουλγαρίας».

Στις 14 Ιουλίου ο πρόξενος Σουίδας πληροφορεί:
«Χθες την εσπέραν δημόσιος κήρυξ διά τυμπάνου ειδοποίησεν Εθνοφρουράν δεκάτης ηλικίας οίτινες είχαν απολυθεί κατά Ιανουάριον και ενδεκάτην να ώσιν έτοιμοι όπως εις πρώτην πρόσκλησιν προσελθώσιν οικείοις τάγμασιν...» (ΑΠ 17840).




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η είσοδος των Βουλγάρων στην Θεσσαλονίκη, αποτέλεσε τεράστιο λάθος του διαδόχου Κωνσταντίνου.

          Στις 15 Ιουνίου ο Σουίδας τηλεγραφεί από Φιλιππούπολη:
«Χθες ήρξατο ενεργόμενη εκ νέου ενταύθα νέα επίταξις επί παντός των ειδών και ιδίως αλεύρων, ίππων και κάρρων...».

Στις 19 Ιουλίου ο I. Αλεξανδρόπουλος από το Βελιγράδι αναγγέλλει την πρόθεση των Σέρβων να ανακοινώσουν ότι εξέρχονται στο πλευρό Ελλήνων και Μαυροβουνίων στον ακήρυκτο πόλεμο κατά των Βουλγάρων (ΑΠ 18293).



Η ΔΗΜΟΣΙΑ ΤΑΞΗ


Από τις πρώτες μέρες της απελευθέρωσης, η δημόσια τάξη στην πόλη της Θεσσαλονίκης δεν ήταν αυτή που έπρεπε κι αυτό γιατί οι Βούλγαροι έρχονταν σε προστριβές με Έλληνες στρατιώτες. Συνεχώς ακούγονταν πυροβολισμοί στους δρόμους και οι πολίτες έφευγαν τρομαγμένοι για τα σπίτια τους.


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Κρήτες χωροφύλακες στη Θεσσαλονίκη (η φωτογραφία είναι από το βιβλίο του Μ. Μαζάουερ “Θεσσαλονίκη, η πόλη των φαντασμάτων”, εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ).



Τότε ο Ρακτιβάν, σαν υπουργός - γενικός διοικητής των κατεχόμενων ελληνικών εδαφών, σε συνεννόηση με τον πρίγκιπα Νικόλαο ο οποίος ήταν στρατιωτικός διοικητής Θεσσαλονίκης, πήραν αυστηρότατα μέτρα και στις ευαίσθητες περιοχές εγκατέστησαν μόνιμες φρουρές με αξιωματικούς επικεφαλής. Στην πόλη περιφέρονταν ισχυρές περίπολοι Κρητικών χωροφυλάκων και στρατιωτών. Παράλληλα διατάχθηκε και η απαγόρευση της κυκλοφορίας των στρατιωτών στους δρόμους. Με την ανάκρουση της αποχώρησης όλοι έφευγαν βιαστικά για τους στρατώνες.



Ο «ΗΡΑΚΛΗΣ»



Εφτά μόλις μέρες μετά την απελευθέρωση της πόλης, στις 2 Νοεμβρίου 1912, παρουσιάστηκε στο στρατιωτικό διοικητή πρίγκιπα Νικόλαο το διοικητικό συμβούλιο του «Ηρακλή», μαζί με επίλεκτα μέλη του συλλόγου και ζήτησαν να καταταγούν στον ελληνικό στρατό.
Κατάπληκτος και κατασυγκινημένος ο Νικόλαος είπε ότι η προσφορά τους δεν είναι επείγουσα. Τους πρότεινε όμως να καταταγούν στην ελληνική χωροφυλακή η οποία είχε μεγάλη ανάγκη ενίσχυσης.

Η πρόταση έγινε αμέσως δεκτή με μεγάλη χαρά και ενθουσίασε τον τότε αστυνομικό διευθυντή Μομφεράτο. Επειδή όμως παρουσιάστηκε ζήτημα οπλισμού, αποφασίστηκε να δοθούν όπλα μόνο στα μέλη του Ηρακλή, τα οποία θα είχαν άσπρα περιβραχιόνια με μπλε κεφαλαίο Η (τα χρώματα του συλλόγου) και θα εκτελούσαν νυχτερινή υπηρεσία.

 


 

Το σώμα αυτό των εθελοντών μελών του Ηρακλή ονομάστηκε σώμα οδηγών χωροφυλάκων και το αποτελούσαν οι Νικόλαος Χριστοδούλου, Κωνσταντίνος Τορνιβούκας, Ιούλιος Αμποτ, Απόστολος Κοσμόπουλος, Αλέξανδρος Πετρίδης, Βασίλειος Ζαρκάδης, Θ. Αϊβάζης, Κ. Καστρίτσης, Θ. Καραγκουνίδης, Χ. Μάλτος, Α. Μάνος, Ι. Κύρου, Α. Λιόντας, Γ. Διακάκης, Ι. Τέτος, Κ. Σχοινάς, Κ. Γραικός, Δ. Βαπόρης, Δ. Χατζόπουλος, Ι. Μιχητσόπουλος, Α. Κοντορέπας, Ι. Ρούσσης, Γ. Κοεμτζόπουλος, Ι. Νικολάου, Π. Κράλλης, Α. Παπαδέλλης, Ξ.Παιονίδης, Ι. Μαντόπουλος, Ν. Ζουμετίκος, Θ. Παπαδέλλης, Χ. Υφαντής, Ε. Χατζόγλου, Γ. Παπαβασιλείου, Γ. Σωτηριάδης, Α. Φιλιππίδης, Χ. Στεφάνου, Χρ. Φιλίππου, Α. Θωμάς, Ν. Σπύρης, Θ. Βαλαούρης, Ν. Κωνσταντινίδης, Χ. Δρισάρης, Φ. Βαζάκας, Ν. Φωκάς, Ι. Θάνος, Χρ. Τσιρόπουλος, Δ. Μαχίλης, Αλ. Βαφειάδης και πολλοί άλλοι.

Η υπηρεσία τους κράτησε μέχρι τις 17-6-1913 και αμέσως μετά την κήρυξη του ελληνοβουλγαρικού πολέμου, συστήθηκε το πρώτο εθελοντικό σώμα, το οποίο αποτέλεσαν 300 μέλη του συλλόγου με επικεφαλής αυτούς που αναφέρθηκαν παραπάνω. Το σώμα εκπαιδεύτηκε ταχύτητα και μετά μια εβδομάδα τέθηκε υπό τις διαταγές του 5ου συντάγματος ευζώνων. Πολέμησε στη Στρώμνιτσα και στο Πέτσοβο, πήρε μέρος στις μάχες Κρέσνας και Τζουμαγιάς κι έφτασε μέχρι τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, όπου το βρήκε η ανακωχή.

Οι ήρωες αυτοί του Ηρακλή τιμήθηκαν από τον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο με τα αντίστοιχα μετάλλια για τις υπηρεσίες τους.


ΟΙ ΠΕΡΙΠΟΛΙΕΣ


Στο μεταξύ έφτασαν και άλλοι Κρήτες χωροφύλακες και με την αύξηση των περιπολιών και τη μέρα σταμάτησαν εντελώς οι πυροβολισμοί και οι άλλες βιαιότητες.

Ένας από τους πρωτοστάτες σε διαμαρτυρίες, και μάλιστα έντονες, ήταν ο πρόξενος της Αυστρίας, ο οποίος ακόμα δεν μπορούσε να το χωνέψει πώς κατέλαβαν οι Έλληνες τη Θεσσαλονίκη και τους έπιασαν στον ύπνο. Ήταν αυτός που έστελνε προπαγανδιστικά στοιχεία στις τουρκικές και εβραϊκές εφημερίδες, με τα οποία καταφερόταν γενικά κατά της Ελλάδας και ενοχλούσε κάθε λίγο και λιγάκι την ελληνική πια διοίκηση της πόλης.




Για τους λόγους αυτούς η διοίκηση σύστησε στους δημοσιογράφους όλων των εφημερίδων που εκδίδονταν στην πόλη να σταματήσουν τη δημοσίευση ανυπόστατων φημών κι έστειλε στο στρατιωτικό διοικητή δύο εφημερίδες, μια τουρκική και μια εβραϊκή, για την επιβολή των σχετικών κυρώσεων, ενώ ταυτόχρονα επέβαλε λογοκρισία. 

Το αποτέλεσμα ήταν να συμμορφωθούν όλες και περισσότερο οι εβραϊκές, οι οποίες μάλιστα άρχισαν να δημοσιεύουν τα καλύτερα και ευνοϊκότερα σχόλια για την Ελλάδα, σε αντίθεση με τις βουλγαρικές που όχι μόνο δεν πήραν υπόψη τους τις συστάσεις, αλλά έδωσαν μεγαλύτερη ένταση στην προπαγάνδα τους, παρουσιάζοντας τους Βούλγαρους σαν συγκατέχοντας τη Θεσσαλονίκη. 

Οι Βούλγαροι άρχισαν θρασύτατα να κάνουν αυθαιρεσίες, να καταλαμβάνουν διάφορα οικήματα του δημοσίου, αποθήκες και άλλα, ενώ ταυτόχρονα έβαζαν δικές τους φρουρές κι έκαναν επιδεικτικές παρελάσεις. Τη μέρα μάλιστα έβγαζαν και δικές τους περιπόλους.

Εκεί όμως που οργίασαν κυριολεκτικά ήταν η ιδιαίτερη επιμονή που έδειξαν στην κατοχή της Αγίας Σοφίας, όπου στρατωνίστηκαν δύο τάγματα του στρατού τους, γέμισαν την είσοδο και το καμπαναριό με βουλγαρικές σημαίες και τη λειτουργούσαν.

Πριν φύγει από τη Θεσσαλονίκη ο Κωνσταντίνος, ζήτησε επιτακτικά να αδειάσει η εκκλησία και για το σκοπό αυτό διέταξε την αποστολή ελληνικού λόχου. Αλλά και πάλι οι Βούλγαροι, παρά την υπόσχεσή τους, αρνήθηκαν να την παραδώσουν γιατί την ήθελαν οι ίδιοι και γι’ αυτό την επισκεύαζαν.

Η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο όταν άρχισαν φανερά να διαδίδουν ότι η κατάληψη άρχισε την ίδια ώρα κι ενώ αυτοί προχωρούσαν, ο Κωνσταντίνος άλλαξε πορεία κι αντί για το Μοναστήρι στράφηκε προς τη Θεσσαλονίκη.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Την άνοιξη του 1913 φωτογράφοι από το κέντρο Albert Kahn ήρθαν στην Θεσσαλονίκη και αποτύπωσαν σκηνές από την ζωή της  (εδώ έχουμε μια από τις έγχρωμες δωτογραφίες τους).

Διέδιδαν επίσης ότι η βία και η κακή συμπεριφορά προς τους Τούρκους και τους Ισραηλίτες ήταν έργα των Ελλήνων στρατιωτών κι όχι των δικών τους, που ήταν πειθαρχημένος στρατός. Έφτασαν μάλιστα μέχρι το σημείο να στείλουν Βούλγαρους αξιωματικούς στα κέντρα ψυχαγωγίας των Ισραηλιτών και να συστήσουν σ’ αυτούς να επισκεφθούν τις βουλγάρικες αρχές και να ζητήσουν προστασία από τους Έλληνες, πράγμα που ευτυχώς δεν έκαναν οι Εβραίοι, οι οποίοι σχεδόν τους έδιωξαν.



ΠΡΟΣΤΡΙΒΕΣ ΜΕ ΒΟΥΛΓΑΡΟΥΣ


Ταυτόχρονα, ακολουθώντας το βουλγαρικό στρατό, μπήκε και ο αρχικομιτατζής Σαντάνσκυ μαζί με 200 κομιτατζήδες, οι οποίοι κατέλυσαν στην Ιωαννίδειο σχολή, όπως υπέδειξαν οι αρχές.

Στο Σαντάνσκυ όμως δεν άρεσε το σχολείο και πήγε και κατέλαβε την Αγία Σοφία, που ήταν τουρκικό τζαμί, διώχνοντας τους Τούρκους πρόσφυγες που ήταν εγκαταστημένοι εκεί.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Γκαρβάνωφ με δασκάλους του Βουλγάρικου Γυμνασίου Θεσσαλονίκης.

Η ελληνική διοίκηση, όταν έμαθε το γεγονός σκέφτηκε ψύχραιμα και δεν θέλησε να επέμβει δυναμικά. Αυτό όμως έγινε αιτία να πάρει θάρρος ο Σαντάνσκυ, που μαζί με άλλους συναδέλφους του ξανατοποθέτησε την καμπάνα που είχαν βγάλει οι Τούρκοι και άρχισε τις κωδωνοκρουσίες, ειδοποιώντας και τη βουλγαρική κοινότητα ότι την άλλη μέρα θα γινόταν δοξολογία στο ναό για την άφιξη του ίδιου και των πριγκίπων στη Θεσσαλονίκη.

Η ελληνική διοίκηση έστειλε ένα λόχο για να πετάξει, έστω και με τη βία, τους Βούλγαρους από την Αγία Σοφία, αυτοί όμως σαν απάντηση στον επικεφαλής του τμήματος που ζήτησε να φύγουν, γέμισαν τα όπλα τους και τα έστρεψαν εναντίον των Ελλήνων, οι οποίοι, μπροστά στη θρασύτητα αυτή, όπλισαν και εκείνοι.

Θα γινόταν πραγματικό μακελειό, αν οι επικεφαλής Ελληνες και Βούλγαροι δεν κρατούσαν την ψυχραιμία τους. Τελικά οι Βούλγαροι αξιωματικοί, που έφτασαν αμέσως, υπέδειξαν στο Σαντάνσκυ να υποχωρήσει και να εγκατασταθεί σ' άλλο μέρος, σύμφωνα με τις υποδείξεις των ελληνικών αρχών.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Στα1893 ιδρύθηκε στη Σόφια το VMRO  από τούς Γκότσε Ντέλτσεφ, Πέρε Τόσεφ,Νταμιά Γκρούεφ, Κρίστο Μάτωφ, Σαντάνσκυ, Ντημήτρη Βλάχωφ (αργότερα αντιπρόεδρος στην Ομοσπονδιακή Λαϊκή Δημοκρατία τής Γιουγκοσλαβίας) και πολλές άλλες σημαίνουσες προσωπικότητες, η Εσωτερική Μακεδονική Έπαναστασιακή Οργάνωσις (ΕσΜΕΟ). Ο Βούλγαρος Βοεβόδας της VMRO Sandanski με τμήμα του Βουλγαρικού Στρατού το 1913 "κατεβαίνοντας" για Δράμα.


Τέτοια δυσάρεστα επεισόδια δεν έγιναν μόνο στην Αγία Σοφία. Οι Βούλγαροι μπήκαν και εγκαταστάθηκαν και στον Αγιο Γεώργιο, αφού έδιωξαν και από εκεί τους Τούρκους πρόσφυγες.

Οι προστριβές ανάμεσα στους Έλληνες και τους Βούλγαρους συνεχίζονταν όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη, αλλά σ’ ολόκληρη τη Μακεδονία, όπου τα γεγονότα της Νιγρίτας έδωσαν την αφορμή για το ξεκαθάρισμα της γάγγραινας που λεγόταν βουλγαρική υπουλότητα.

Κατά τας αρχάς Δεκεμβρίου η διπλή κατοχή του σιδηροδρομικού σταθμού Θεσσαλονίκης Σερρών, έδινε αφορμή για προστριβές, οι Έλληνες κατείχαν την γραμμή μέχρι του 14ου προς βορά χιλιομέτρου, οι Βούλγαροι προσπάθησαν  να καταλάβουν την θέση δια της βίας. Το μεσημέρι της 21/4 Δεκεμβρίου αμαξοστοιχία που ερχόταν από τις Σέρρες μετέφερε επί του 14ου χιλιομέτρου Βουλγαρική δύναμη αποτελουμένη από 3 αξιωματικούς και 60 άντρες και διέταξαν τους Έλληνες να εγκαταλείψουν  αμέσως το μέρος, οι Έλληνες αρνήθηκαν και τηλεγράφησαν για το επεισόδιο στην Θεσσαλονίκη, η κατά στάση δεν μεταβλήθηκε μέχρι της 6.30 μμ οπότε και άλλο τραίνο σταμάτησε στον σταθμό. Τότε οι Βούλγαροι έθεσαν εφ όπλου λόγχη και περικύκλωσαν τους ολιγότερους Έλληνες και εξανάγκασαν το Ελληνικό στρατιωτικό τμήμα να εισέλθει στις σιδηροδρομικές άμαξες και αφού πέταξαν μέσα τις εξαρτήσεις των Ελλήνων ξαπέστειλαν το τραίνο στην Θεσσαλονίκη. Εν τω μεταξύ το ΓΕΣ έδωσε διαταγή αποστολής 2 λόχων στο 14ο χιλιόμετρο, τότε ένας Βούλγαρος αξιωματικός προφασίστηκε δυσκολίες επί της σιδηροδρομικής γραμμής και ζήτησε να αναβληθή για λίγο  η αναχώρηση, ο Έλληνας αξιωματικός κατάλαβε ότι κάτι γίνεται και ζήτησε αναχώρηση, τότε ο Βούλγαρος αξιωματικός παρέταξε τους άνδρες του και εμπόδιζε την αναχώρηση προτείνοντες τα έσφαιρα όπλα τους, μερικοί δε κομιτατζήδες έβαζαν βόμβες επί της γραμμής, αυτούς τους περιποιήθηκαν όπως έπρεπε οι Έλληνες. Τέλος ζητήθηκαν εξηγήσεις από τους Βουλγάρους το 14ο χιλιόμετρο κατ αρχάς κατελήφθηκε από μικτή φρουρά γρήγορά όμως έμεινε στα χέρια των Ελλήνων.







ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Αυτή η εικόνα προπαγανδίζει ότι  Μακεδονίας είναι ένα αναμφισβήτητο βουλγαρικό έδαφος.


Παρέθεσα όλο το περιστατικό του 14ου χιλιομέτρου για να γίνει αντιληπτό τι συνέβαινε στην πόλη της Θεσσαλονίκης μετά την ανοησία του διαδόχου Κωνσταντίνου. Και για να δείξω σε ποιο σημείο έφτασε αυτή η υπόθεση, μόλις ο στρατηγός Πετρώφ έμαθε την αποτυχία του Βουλγαρικού σχεδίου στο 14ο χιλιόμετρο οργίστηκε τόσο πολύ, που διέταξε να αποσταλεί μεγάλη Βουλγαρική δύναμη με διαταγή να πυροβολήσει κατά των Ελλήνων. Την στιγμή εκείνη σηκώθηκε ο στρατηγός Χασσαψήεφ και δείχνοντας το τηλεγράφημα που του ανάγγελε τον διορισμό του στην αρχηγία είπε ότι τέτοια ζητήματα μπορούν να λυθούν με διαπραγματεύσεις και αν είχε κάποια ανάγκη θα ζητούσε την βοήθεια του Πετρώφ.

Καταλαβαίνεις μπορούσε δηλαδή να ξεσπάσει ο Β Βαλκανικός πόλεμος πριν τελειώσει ο Α πέντε μήνες πιο μπροστά και όλα αυτά λόγω της ανοησίας του Διαδόχου Κωνσταντίνου να επιτρέψει την είσοδο Βουλγάρων στην Θεσσαλονίκη.  

Τις διαπραγματεύσεις έκανε ο στρατηγός Χασσαψήεφ (οι χαρακτηρισμοί για το άτομο αυτό είναι οξύς, κυνικός, ασυνείδητος,  Γαλλομαθής, αγέρωχος ) με τον Πρίγκιπα Νικόλαο  (οι χαρακτηρισμοί για τον πρίγκιπα είναι νεαρός, με περίλεπτους τρόπους , ευσυγκίνητος, ειλικρινής μέχρι σφάλματος, έντιμος, άπειρος, και διπλωμάτης). Ο  στρατηγός Χασσαψήεφ επισκέφτηκε τον Νικόλαο και εξέφρασε την λύπη του για την τακτική των προκατόχων του.


 
Δες τι γραφεί για τους Βουλγάρους ο Κ Πράις:
«Τα Βουλγάρικα στρατεύματα …..άνευ μισθού και σιτηρεσίου, ήτο ότι θα καθίστων την λαφυραγωγίαν και την αρπαγήν τα μόνα μέσα προς πορισμόν των προς ζωάρκειαν …»  Αντιλαμβάνεσαι τώρα τι τραβούσε ο πληθυσμός που ήταν υπό Βουλγαρική κατοχή. Μέχρι και οι Βούλγαροι κάτοικοι του Ποζάρ έκαμαν έκλησιν προς τις Ελληνικές αρχές να τους προστατεύσουν από τους συμπατριώτες τους, έτσι  την 7/20 Φεβρουαρίου 1913 εστάλει απόσπασμα Ελλήνων πήγαν για να καθαρίσουν την περιοχή από τους συμμορίτες, όταν πήγαν εκεί βρήκαν 4 συμμορίτες που προέβαλαν αντίσταση, από την μάχη που ακολούθησε τραυματίστηκε  ένας Έλληνας στρατιώτης, οι Βούλγαροι αφοπλίστηκαν και τα κλεμμένα που βρήκαν οι Έλληνες επεστράφησαν στους χωρικούς, οι κομιτατζήδες οδηγήθηκαν δέσμιοι στο χωριό Τρεζίνον, στο μεταξύ ο κομιτατζής Διάκος έστειλε 50 άνδρες για να ελευθερώσουν τους 4 συλληφθέντες, μόλις όμως αντιμετώπισαν την οργανωμένη άμυνα των Ελλήνων, οι κομιτατζήδες σταμάτησαν και επήλθε ειρήνη, οι δε Έλληνες ελευθέρωσαν και τους 4 συλληφθέντες, μετά την ελευθέρωση των 4  οι κομιτατζήδες ενισχύθηκαν και από τακτικό στρατό και επιτέθηκαν κατά των Ελλήνων, στην αρχή τα Ελληνικά πυρά ήταν στον αέρα , βλέποντας όμως ότι ο αντίπαλος επιτίθεται ρίχνοντας στο ψαχνό ενεπλάκησαν οι απώλειες ήταν 1 Έλληνας και 5 Βούλγαροι νεκροί και 1 Βούλγαρος σοβαρά τραυματίας, και 3 ελαφριά. Την ειπωμένη πάλι μετά επιτόπιο αναπαράσταση οι Βούλγαροι εξέφρασαν την λύπη τους και απέδωσαν την ευθύνη στον κομιτατζή Διάκο, σαν δικαιολογία έφεραν ότι ο στρατός είχε εγκαταλειφθεί χωρίς τροφή και χρήματα και ως εκ τούτου ζούσε από την λαφυραγωγία!


Αυτά είναι τα γεγονότα, μετά όμως από ωριμότερη σκέψη  ο  στρατηγός Χασσαψήεφ έστειλε επιστολή που μεταξύ των άλλων έλεγε «Τα Ελληνικά στρατεύματα συμπεριφέρονται κατά τρόπον καταδήλως εχθρικόν και προκλητικόν.», ο   στρατηγός Χασσαψήεφ αυτό που οι κάτοικοι ονομάζουν «Διαρπαγή» συτός το ονόμαζε «Θεμιτόν δικαίωμα προς απόλτησιν τροφίμων» , και ζητούσε  «επιβληθή τιμωρία κατά των ενόχων και αποφευχθή εν τω μέλλοντι επανάληψις τοιούτων  λίαν θλιβερών επεισοδίων». Και παρακαλούσε «δια την άμεσον παύσιν των αυθαιρεσιών εκείνων, αι οποίαι ζημιούν τον κοινόν σκοπόν». Καταλαβαίνεις ότι η επιστολή του στρατηγού  Χασσαψήεφ ήταν  ειρωνική και ο Νικόλαος απάντησε «….συμμερίζομαι τις σκέψεις σας….Εάν είστε βέβαιος ότι αι υπό τας διαταγάς μου στρατιωτικαί αρχαί είναι ανίκανοι να εκτιμήσουν την σπουδαιότητα, την οποίαν εγώ προσδίδω εις τας ιεράς υποχρεώσεις της συμμαχίας μας, ενεργούν δε αντιθέτως προς τας πεποιθήσεις και τας επισήμους διαταγάς μου….Αλλ ατυχώς τα γεγονότα δεν είναι όπως επιθυμείτε σεις να τα αντιληφθώ….Δεν είστε διατεθειμένος να δεχτθήτε ότι ο τρόπος κατά τον οποίον τα στρατεύματά σας εζήτησαν να προμηθευθούν τροφάς δεν υπήρξε πάντοτε σύμφωνος προς τα καθιερωμένα και νόμιμα;» και στην συνέχεια εξέθεσε τα γεγονότα με τον Διάκο κομιτατζή.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Βούλγαροι στρατιώτες το 1912-13.  



Προς το τέλος του Φεβρουαρίου 1913 συγκρούστηκαν τμήματα του στρατού μας (807 πεζοί εκ των οποίων μόνο 507 έλαβαν μέρος)με βουλγαρικά αποσπάσματα  (868 πεζοί, 66 ιππείς, 2 τηλεβόλα και 2 μαξίμ) και κατά τη συμπλοκή που έγινε αιφνιδιαστικά, αφοπλίστηκε αμέσως ο Βουλγαρικός λόχος που ήταν στην πόλη  οι Βούλγαροι είχαν 14 νεκρούς και 26 τραυματίες. Την  επόμενη συντάχθηκαν οι Βούλγαροι και ενισχύθηκαν από 2 ακόμα πυροβόλα  και επανέλαβαν την επίθεση, χωρίς όμως αποτέλεσμα η μάχη κράτησε και Τρίτη μέρα  κατά την οποία αντεπιτέθηκαν οι Έλληνες στο χωριό Φυτώκι , μόλις όμως είδαν οι Βούλγαροι ότι έφτασαν ενισχύσεις στους Έλληνες σταμάτησαν την μάχη.

Τα ελληνικά τμήματα συνέλαβαν 120 Βούλγαρους στρατιώτες. Οι Βούλγαροι έπιασαν 20 Έλληνες στρατιώτες, 8 χωρικούς και τη δασκάλα του Δημητριτσίου που συνελήφθησαν όταν πορευόντουσαν οι Βούλγαροι κατά της Νιγρίτας.
Οι διαπραγματεύσεις για την ανταλλαγή των αιχμαλώτων αργούσαν πολύ και οι Βούλγαροι ζητούσαν να πάει εκεί Βούλγαρος αξιωματικός για να παραλάβει το απόσπασμα. Στην πραγματικότητα όμως ήθελαν να παραμείνουν στη Νιγρίτα.

Ο πρίγκιπας Νικόλαος έγραψε στον  στρατηγό Χασσαψήεφ την 19/4 Μαρτίου «…το αδιαφιλονείκητον δικαίωμά μας επί της προτεραιότητος κατοχής εν τω διαμερίσματι της Νιγρίτας μας εμποδίζει από του να επιτρέψωμεν εις τον διοικητή Σερρών να αναμιγνύεται εις την διοίκησιν των μερών τούτων…να δώσει διαταγάς , όπως παύσει ξ αποστολή Βουλγαρικών στρατευμάτων εις χώραν κατεχομένην και διοικουμένην υφ ημών…ενδεχόμενον να δώση αφορμήν εις επεισόδια, δια τα οποία εγώ πρώτος θα λυπηθώ περισσότερον παντός άλλου, αλλά των οποίων την ευθύνην αποκρούω απολύτως».
Τελικά έγινε η ανταλλαγή των στρατιωτών χωρίς να επιστραφούν οι 8 χωρικοί. Ο στρατηγός Χασσαψήεφ βεβαίωνε με λόγο τιμής ότι αυτοί παραδόθηκαν, αλλά δεν πέρασε πολύς καιρός και ο Στρυμώνας ξέβρασε τα πτώματά τους κατατρυπημένα από λόγχες.








ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Το βουλγάρικο  ιππικό και πυροβολικό (1913)



Ο Βενιζέλος πρότεινε τον διορισμό μικτής επιτροπής προς διευθέτησιν των εκκρεμών διαφορών. Οι συζητήσεις κράτησαν μέχρι την 27/10 Μαΐου και κατέληξαν ότι συμφωνούν ότι διαφωνούν. Οι Βούλγαροι ήταν φανερό ότι ήθελαν να κατέβουν στον Λαγκαδά και την λίμνη Μπεσίκ, οι Έλληνες ήθελαν τους Βούλγαρους  πίσω από τον Στρυμώνα, οι Βούλγαροι δεν ήθελαν να ενοήσουν ότι η μάχη της Νιγρίτας των Ελλήνων με τους Τούρκους  συνέπεσε με την μάχη των Βουλγάρων με τους Τούρκους στο Δεμίρ Χισσάρ, άρα η κατοχή της Νιγρίτας ήταν  υπόθεση Ελληνική, οι Βουλγαρικοί ισχυρισμοί μιλούσαν για φανταστική κατοχή του Σουμπόσκον από 80 ατάκτους που είχαν χάσει τον δρόμο από τον Βουλγάρικο στρατό 100 μίλια μακριά μέσα σε εχθρική περιοχή (Τουρκική). Αστεία πράγματα δηλαδή.

Για να δεις τον τρόπο σκέψης των Βουλγάρων σου παραθέτω αποσπάσματα επιστολής του στρατηγού  Χασσαψήεφ της 22/4 Απριλίου 1913 :
«Αφού εξεδίωξε τον εχθρόν (οι Βούλγαροι) κατέλαβε πάσαν την χώραν την κειμένην βορείως κα βορειανατολικώς της Θεσσαλονίκης ….  Ο Βουλγαρικός στρατός εκλήθη να βαστάξει το μεγαλύτερον βάρος του πολέμου….κατατροπώσεως του κοινού εχθρού προ της Ανδριανουπόλεως, της Τσατάλτζας και του Μπουλαίρ…τα Ελληνικά στρατεύματα ξεφύτρωσαν εν τω μεταξύ στα εδάφη που εποτίστηκαν δια του αίματος των γενναίων αδελφών μας….οι Έλληνες εξεδίωξαν αποσπάσματά μας από το διαμέρισμα της Νιγρίτας και τα περισσότερα χωριά της Πραβίστας…προσπαθούν να προχωρήσουν προς Δράμαν και Κιλκίς….»
Η απαντητική επιστολή του Πρίγκιπα Νικολάου είναι λεπτομερής και διπλωματική και μεταξύ των πολλών:
«….Και δύναμαι ακόμη να σας βεβαιώσω ότι ουδέ μία σταγών Βουλγαρικού αίματος εχύθη δια την κατάληψιν οιασδήποτε εκ των χωρών τας οποίας κατέχει σήμερον ο Ελληνικός στρατός …μπορώ να αποδείξω ότι μόνον δικοί μας στρατιώται ήσαν εκείνοι οι οποίοι επολέμησαν πράγματι τον κοινόν εχθρόν και τον εξεδίωξαν από τας εν λόγω χώρας, αλλά και ότι τα στρατεύματά σας εύρον αυτάς τελείως απηλλαγμένας πάσης εχθρικής δυνάμεως κατά την προς νότον προέλασιν αυτών….Εάν την κατάληψιν χώρας τινός μετά μάχηη προς τον εχθρόν αποκαλείται ξεφύτρωμα, τότε πως θα είσθε διατεθειμένος να χαρακτηρίσητε την λαθραίαν είσοδον Βουλγάρων στρατιωτών εις τα χωριά τα κείμενα βορείως του Γιενιτζέ Βαρδάρ μέχρι Γουμεντζας και Σουμπόκου; Τα μέρη αυτά κατελήφθηκαν υπό των στρατευμάτων μας ευθύς μετά την αιματηράν των νίκην εν Γενιτζέ Βαρδάρ…»



 
Στις 24 Απριλίου 1913 οι Βούλγαροι έκαναν νέα επίθεση στο Παγγαίο  (μεταξύ Ορφανού και Καβάλας) αφορμή το αιώνιον ζήτημα του «ξεφυτρώματος»  των Ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων. Το εν λόγω διαμέρισμα κατελήφθη από τους Έλληνες αργότερα κατέβηκαν οι Βούλγαροι, η απειλή κατάληψης του Παλαιοχωριου έδωσε αφορμή ενισχύσεως των Ελληνικών προφυλακών και έκδοση διαταγής  πάσα προέλαση να αποκρουστεί ενόπλως. Όταν λοιπόν την 25/8 Μαίου οι Βούλγαροι προσπάθησαν να καταλάβουν το Παλαιοχώριο, οι Έλληνες τους αιχμαλώτισε.

Και στις 25/8 Μαϊου οι Βούλγαροι προσπάθησαν να καταλάβουν την γέφυρα της Βουλτσίστης και έγινα αψιμαχίες και την επόμενη συμπλοκή σοβαρότερη επί όλου του  μετώπου από Τόβλιανης μέχρι Ελευθερών με απώλειες για τους Έλληνες 30 νεκροί και 43 τραυματίες.

Την 9/19 Μαΐου έγιναν νέα αιματηρά γεγονότα επί της οδού προς Βούλτσιστα όταν οι Βούλγαροι προσπάθησαν της περιοχής, οι Έλληνες αν και λιγότεροι αντέστησαν επί δύο ημέρες, στη μάχη στη Βούλτσοστα και Κολζάκ χρησιμοποιήθηκαν τηλεβόλα εκατέρωθεν, οι απώλειες ήταν τόσο μεγάλες που στάλθηκε στο Τσάγεζι πλωτό νοσοκομείο, μετά οι Έλληνες μετακίνησαν ένα σύνταγμα και μια πυροβολαρχία παρ όλα αυτά απωθήθησαν στο Σεμάλτον και κάποιες μονάδες στην Πράβιστα. Επί τρεις ημέρες ακουλούθησαν ασήμαντοι αψιμαχίες. Μια Βουλγάρικη φάλαγγα κατήλθε την κοιλάδα Ιλιτζέ προς το Μοσθένι και κατελήφθησαν αυθαιρέτως άλλα σπουδαία στρατηγικά σημεία από τους Βουλγάρους. Την 17/30 Μαίου ο διοικητής του Ελληνικού αποσπάσματος στις Ελευθερές ότι «αι κινήσεις του Βουλγάρικου στρατού ωφείλονται μόνον εις την ανάγκην μεταβολής μετώπου και ότι ουδεμίαν πρόθεσιν είχον να προελάσουν επί πλέον».

 
 
  
Η ελληνική κυβέρνηση έκανε εντονότατες διαμαρτυρίες προς τη βουλγαρική, και στις 9 Μαΐου ο βασιλιάς πια, Κωνσταντίνος, (ο Γεώργιος είχε δολοφονηθεί στις 5 Μαρτίου) έφυγε εσπευσμένα από την Αθήνα με το αντιτορπιλικό «Πάνθηρ» και πήγε στη Θεσσαλονίκη, για να βρίσκεται στον τόπο όπου συνέβαιναν τα έκτροπα.



ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΒΟΥΛΓΑΡΩΝ






ΕΛΛΑΣ


Αρχιστράτηγος: Βασιλεύς Κωνσταντίνος

Γενικός ΕπιτελάρχηςΣυνταγματάρχης Δούσμανης

Η 1η Μεραρχία στην περιοχή  Βερτίσκος, Λαχανά υπό τον Υποστράτηγο Εμ. Μανουσογιαννάκη
Η 2η Μεραρχία στην περιοχή Λητή και Μάνδρες υπό τον Υποστράτηγο Κων. Καλλάρη
Η 3η Μεραρχία στην περιοχή Κιλκίς υπό τον Υποστράτηγο Κων. Δαμιανό
Η 4η Μεραρχία στην περιοχή Γαλλικού-Κολχίς υπό τον υποστράτηγο Κων. Μοσχόπουλο
Η 5η Μεραρχία στην περιοχή Κιλκίς υπό τον υποστράτηγο Στέφ, Γεννάδη
Η 6η Μεραρχία στην περιοχή Λαχανά υπό τον υποστράτηγο Νικ. Δελαγραμμάτικα
Η 7η Μεραρχία στην περιοχή Κερδύλλια-Δάφνη υπό τον υποστράτηγο Ναπολ. Σωτίλη
Η 10η Μεραρχία στην περιοχή Πλατανι -λίμνη Αρτζάν υπό τον Συνταγματάρχη Λεων. Παρασκευόπουλο
Η Ταξιαρχία ιππικού στην περιοχή Κιλκίς υπό τον επίλαρχο Επαμ. Ζυμπρακάκη
 



ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ

Επί κεφαλής των Βουλγαρικών στρατιωτικών δυνάμεων ο στρατηγός Ιβάνωφ
Η 3η Μεραρχία μειωμένη κατά μία ταξιαρχία ,υπό την διοίκηση του Υποστράτηγου Σαράφωφ παρατεταγμένη στο Κιλκίς και στο Πολύκαστρο.




Η 1/Χ Ταξιαρχία υπό την διοίκηση του συνταγματάρχη Πέτεφ στην περιοχή Λαχανά - Ξυλόπολις

Το 10ο Σύνταγμα ιππικού στην περιοχή Λαχανά - Ξυλόπολις.




Μία ανεξάρτητη ταξιαρχία υπό την διοίκηση του   Συνταγματάρχη Πετρώφ στην περιοχή Στρυμωνικού

Η πλειοψηφία των ανδρών των 35 ταγμάτων που παρατάχθηκαν απέναντι στον Ελληνικό στρατό καταγόταν από τις περιοχές των Σερρών και της Δράμας, δεν είχαν εκπαίδευση και πειθαρχία και επιθυμούσαν να γυρίσουν το ταχύτερο στα σπίτια τους για να προστατεύσουν τις οικογένειές τους, οι φήμες για τα όσα συνεβαίνανε στους αμάχους είχαν φτάσει διογκωμένες στις τάξεις των στρατιωτών.



 

Στρατιωτική Σύμβασις μεταξύ των Βασιλείων της Ελλάδος και της Σερβίας της 19ης Μαϊου 1913




Η Α.Μ. ο Βασιλεύς των Ελλήνων και η Α.Μ. ο Βασιλεύς της Σερβίας, επιθυμούντες να συμπληρώσωσι την μεταξύ του Βασιλείου της Ελλάδος και του Βασιλείου της Σερβίας συνομολογηθείσαν Συνθήκην συμμαχίας διά συμβάσεως στρατιωτικής, διώρισαν προς τον σκοπόν τούτον ως πληρεξουσίους των:
........................
οίτινες ανακοινωσαντες προς αλλήλους τα πληρεξούσια αυτών, ευρεθέντα εν τάξει, συνεφώνησαν τα επόμενα:

 
Άρθρον 1ον
Εν περιπτώσει πολέμου μεταξύ του ενός των Συμμάχων Κρατών και τρίτης Δυνάμεως, εκραγέντος υπό τας περιστάσεις τας προβλεπομένας υπό της μεταξύ Ελλάδος και Σερβίας Συνθήκης συμμαχίας, ή εν περιπτώσει επιθέσεως εξαπίνης σημαντικών δυνάμεων δύο μεραρχιών κατ’ελάχιστον - του βουλγαρικού στρατού εναντίον του ελληνικού ή του σερβικού στρατού, τα δύο Κράτη Ελλάς και Σερβία υπόσχονται προς άλληλα αμοιβαίαν στρατιωτικήν υποστήριξιν, η μεν Ελλάς δι’όλων αυτής των κατά ξηράν και θάλασσαν δυνάμεων, η δε Σερβία δι’όλων των κατά ξηράν δυνάμεών της.

 


Άρθρον 2ον
Κατά την έναρξιν των εχθροπραξιών, εις οιανδήποτε στιγμήν και αν αρχίσωσιν αύται, η Ελλάς υποχρεούται να έχη στρατόν εξ ενενήκοντα χιλιάδων μαχητών, συγκεντρωμένων μεταξύ του όρους Παγγαίου, της Θεσσαλονίκης και της Γουμενίτσης, η δε Σερβία στρατόν εξ εκατόν πεντήκοντα χιλιάδων μαχητών, συγκεντρωμένον εν ταις περιφερείαις Γευγελής, Βελεσσών (Κιοπρουλού), Κουμανόβου, Πιρότ. Επί πλέον η Ελλάς υποχρεούται να έχη συγχρόνως τον στόλον της εν τω Αιγαίω έτοιμον προς ενέργειαν.

 


Άρθρον 3ον
Τα δύο Κράτη υποχρεούνται να μεταφέρωσιν εις την ζώνην των επιχειρήσεων τας υπολοίπους στρατιωτικάς αυτών δυνάμεις, ευθύς ως αύται θα καθίστανται διαθέσιμοι.
Δεν επιτρέπεται ελάττωσις των εν τω άρθρω 2 αναφερομένων δυνάμεων, είτε δι’αποστρατεύσεως, είτε δι’αποστολής στρατευμάτων αλλαχού, πλην μόνον κατόπιν εγγράφου συμφωνίας των Γενικών Επιτελείων των στρατών των δύο Συμμάχων Κρατών. Αλλ’εάν η Ελλάς εν τη προβλεπομένη υπό του άρθρου 1 περιπτώσει ευρίσκετο συγχρόνως εις την ανάγκην να αμυνθή εναντίον επιθέσεως άλλης, ή της Βουλγαρίας, Δυνάμεως, θα υποχρεούται να σπεύση εις βοήθειαν της Σερβίας, προσβαλλομένης υπό της Βουλγαρίας δι’αριθμού στρατευμάτων καθοριζομένου διά κοινής συμφωνίας εν δέοντι χρόνω μεταξύ των δύο Γενικών Επιτελείων, αναλόγως της στρατιωτικής καταστάσεως και λαμβανομένης υπ’όψιν της ασφαλείας του εδάφους του Βασιλείου της Ελλάδος.
Τανάπαλιν, εάν η Σερβία ευρίσκετο εις την ανάγκην να αμυνθή εναντίον επιθέσεως άλλης, ή της Βουλγαρίας, Δυνάμεως, θα υποχρεούται να σπεύση εις βοήθειαν της Ελλάδος, προσβαλλομένης υπό της Βουλγαρίας, δι’αριθμού στρατευμάτων καθοριζομένου διά κοινής συμφωνίας εν δέοντι χρόνω μεταξύ των δύο Γενικών Επιτελείων, αναλόγως της στρατιωτικής καταστάσεως και λαμβανομένης υπ’όψιν της ασφαλείας του εδάφους του Βασιλείου της Σερβίας.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Σέρβοι στρατιώτες στους βαλκανικούς πολέμους.

Άρθρον 5ον
Εν περιπτώσει καθ’ην το εν των δύο συμβαλλομένων Μερών εκήρυττε τον πόλεμον της Βουλγαρίας ή εναντίον άλλης Δυνάμεως άνευ προηγουμένης συμφωνίας ή συναινέσεως του ετέρου συμβαλλομένου Μέρους, τούτο θέλει απαλλαγή των υπό των άρθρων 1 και 2 της παρούσης Συμβάσεως επιβαλλομένων υποχρεώσεων. Αλλ’οφείλει να τηρήση ευμενή ουδετερότητα προς τον σύμμαχόν του καθ’όλην την διάρκειαν του πολέμου και θέλει υπέχη την υποχρέωσιν να επιστρατεύση αμέσως, η μεν Ελλάς τουλάχιστον τεσσαράκοντα χιλιάδας μαχητών, επί του εδάφους του, κατά τρόπον ώστε να προστατεύση την ουδετερότητά του και συνεπώς την ελευθερίαν των κινήσεων του συμμαχικού στρατού.

Άρθρον 6ον
Αι εναντίον της Βουλγαρίας στρατιωτικαί επιχειρήσεις θα βασίζωνται επί κοινού σχεδίου επιχειρήσεων. Το σχέδιον τούτο των επιχειρήσεων θα καταστρωθή υπό των οικείων Γενικών Επιτελείων των δύο Κρατών ή υπό των αντιπροσώπων αυτών’ δύναται δε να μεταρρυθμισθή βραδύτερον συνεπεία μεταβολής της στρατιωτικής καταστάσεως, διά κοινής εγγράφου συμφωνίας των δύο Γενικών Επιτελείων.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Χάρτης της περιοχής πριν αρχίσουν οι βαλκανικοί πόλεμοι.

Άρθρον 7ον
Μετά την έναρξιν των εχθροπραξιών, οιαδήποτε και αν η η πορεία των στρατιωτικών επιχειρήσεων και οιαδήποτε και αν ώσι τα μέρη, δι’ων κατά την διάρκειαν των στρατιωτικών επιχειρήσεων διέρχονται τα στρατεύματα του ενός ή του ετέρου των συμμάχων Κρατών, και οιαιδήποτε και αν ώσιν αι πόλεις, τα χωρία ή αι θέσεις, αίτινες θέλουσι καταληφθή υπό των εν λόγω στρατευμάτων χάριν στρατιωτικών αναγκών, η οριστική κατοχή της χώρας της κειμένης πέραν της μεταξύ Ελλάδος και Σερβίας αφ’ ενός και Βουλγαρίας αφ’ετέρου συνοριακής γραμμής της προβλεπομένης υπό της ελληνοσερβικής Συνθήκης συμμαχίας, ης η παρούσα Σύμβασις αποτελεί συμπλήρωμα, ακανονίζεται ως εξής:

Η Ελλάς δικαιούται να καταλάβη οριστικώς και να προσαρτήση την χώραν την κειμένην νοτίως και ανατολικώς της γραμμής, ήτις, αναχωρούσα εκ σημείου επί του Αξιού (Βαρδάρ) κειμένου αμέσως προς βορράν του Σεχόβου, διέρχεται μεταξύ των χωρίων Βογοροδίτσα και Ματσικοβον, είτα διά της κορυφογραμμής μεταξύ των χωρίων Σελεμλή και Δαουτλή, διευθύνεται προς τα υψόμετρα 535, 227, διασχίζει την λίμνην κατευθυνομένη προς το υψόμετρον 208 και ακολούθως προς τα υψόμετρα 397, 1594, κορυφογραμμήν του όρους Μπέλες, κορυφήν 1800 μ. βορειοδυτικώς του Καράκιοϊ, μέχρι του υψομέτρου 2194 (Περελίκ).

Η Σερβία δικαιούται να καταλάβη οριστικώς και να προσαρτήση την χώραν κειμένην βορείως και βορειοδυτικώς της ειρημένης γραμμής.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο χάρτης των Βαλκανίων μετά το τέλος του πρώτου βαλκανικού πολέμου.

Η Ελλάς στέργει όπως η Σερβία καταλάβη εδαφικήν ζώνην πλάτους δέκα χιλιομέτρων επί της αριστεράς όχθης του Νέστου (Μέστα-Καρασού), βορείως της Ξάνθης και ανατολικώς του Μπουρού-Γκιολού. Η Σερβία αφ’ετέρου υποχρεούται να επιτρέψη ελευθερίαν διόδου εις την Ελλάδα διά μέσου της ζώνης ταύτης και δηλοί ότι αναγνωρίζει την ελληνική επιρροήν εφ’ όλου του εδάφους του κειμένου προς ανατολάς της ζώνης ταύτης και αναγνωρίζει ότι ουδεμίαν έχει επ’ αυτού αξίωσιν.

Εάν κατά την διάρκειαν των στρατιωτικών επιχειρήσεων ο εις εκ των δύο στρατών καταλάβη μέρος της χώρας, πόλεις ή χωρία, κείμενα εν τη ζώνη, ήτις δέον να καταληφθή υπό του ετέρου στρατού, οφείλει να εκκενώση ταύτα ευθύς ως ήθελεν αιτήση τούτο ο στρατός, όστις, συμφώνως προς το προηγούμενον εδάφιον, έχει το δικαίωμα της κατοχής αυτών.


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Οι μεγάλες δυνάμεις υπό τον τρόμο μιας έκρηξης στα βαλκάνια. Οι τελευταίες εκλρήξεις στο βαλκανικό καζάνι έγιναν στην Γιουγκοσλαβία την δεκαετία του 90.

Άρθρον 8ον
Των στρατιωτικών επιχειρήσεων των συμμάχων στρατών Ελλάδος και Σερβίας εχουσών ως τελικόν σκοπόν την καταστροφήν των στρατιωτικών δυνάμεων της Βουλγαρίας, εάν ο εις εκ των δύο στρατών αδυνατή να επιτύχη τον σκοπόν τούτον επί το ιδίου αυτού θεάτρου επιχειρήσεων, υποχρεούται να δεχθή την βοήθειαν του ετέρου στρατού επί του αυτού θεάτρου επιχειρήσεων. Αλλ’ο στρατός, όστις επέτυχε τον σκοπόν τούτον εν τω ιδίω αυτού θεάτρω επιχειρήσεων, υποχρεούται να προσδράμη εις βοήθειαν το ετέρου, ανεξαρτήτως αν η βοήθεια αύτη ήθελεν ή μη αιτηθή, ίνα ούτω διά κοινής ενεργείας των δύο συμμάχων στρατών εξαναγκασθή η Βουλγαρία να υποκύψη εις τους επιβληθησομένους υπό των δύο συμμάχων Κρατών όρους και συνάψη ειρήνην.

Άρθρον 9ον
Ουδέτερος των δύο συμμάχων στρατών δύναται να συνάψη ανακωχήν διαρκείας πλέον των 24 ωρών ή να αναστείλη σιωπηρώς τας εχθροπραξίας.
Ανακωχή διαρκείας μακροτέρας των 24 ωρών δύναται να συναφθή μόνον κατόπιν εγγράφου κοινής συμφωνίας των δύο συμμάχων Κρατών, εν τη οποία δέον να καθορισθώσι συγχρόνως οι όροι της ανακωχής.

Άρθρον 10ον
Τα συμμαχικά στρατεύματα θα απολαύωσιν αμοιβαίως, το εν επί του εδάφους του ετέρου συμβαλλομένου Μέρους, όλων των δικαιωμάτων και προνομίων των απονεμομένων εις τα στρατεύματα της χώρας (εθνικά) υπό των εν ισχύϊ νόμων και διαταγμάτων, εξαιρέσει των επιτάξεων, καθ’όσον αφορά εις την συντήρησιν εν γένει, τον ανεφοδιασμόν, την υγειονομικήν υπηρεσίαν, τας μεταφοράς παντός υλικού και των προμηθειών των προωρισμένων προς χρήσιν των στρατευμάτων. Προς τον σκοπόν τούτον αι στρατιωτικαί και πολιτικαί Αρχαί των δύο συμβαλλομένων Μερών υποχρεούνται να παράσχωσι πάσαν συνδρομήν και υπηρεσίαν αιτουμένην υπό των συμμαχικών στρατευμάτων.

Η πληρωμή των γενομένων αγορών διά τας ανάγκας του στρατού του ενός εκ των δύο συμμάχων Κρατών, ευρισκομένου επί του εδάφους του ετέρου, δέον να γίνηται τακτικώς τοις μετρητοίς, κατά τας αγοραίας τιμάς. Η πληρωμή δύναται εξαιρετικώς να γίνη διά γραμματίων εις την διάθεσιν του συμμαχικού στρατού, επί τη αιτήσει του, υπό των αρμοδίων Αρχών του ετέρου συμμάχου.

Η τρέχουσα τιμή του ελληνικού και του σερβικού μεταλλικού νομίσματος ή χαρτονομίσματος θα καθορισθή διά κοινής συμφωνίας υπό των δύο συμμάχων Κυβερνήσεων. Εννοείται ότι επί των εδαφών άτινα αφηρέθησαν από του εχθρού και κατέχονται υπό των συμμαχικών στρατών, τα δύο συμβαλλόμενα μέρη απολαύουσι, ακθ’όσον αφορά εις την συντήρησιν και τον ανεφοδιασμόν των στρατευμάτων των, των υπό του δικαίου του πολέμου αναγνωριζομένων δικαιωμάτων.

Εκάτερος των συμμαχικών στρατών απολαύει των προνομίων τούτων μόνον επί του εδάφους, το οποίον ανήκει εις την ιδίαν αυτού ζώνην κατοχής, ως αύτη καθορίζεται εν τω άρθρω 6 της παρούσης συμβάσεως. Τα έξοδα μεταφορών των στρατευμάτων, παντός αναγκαίου υλικού εν γένει, των λαφύρων πολέμου κλπ. διά των σιδηροδρόμων ή διά των πλοίων, θέλουσι βαρύνει εκείνο των συμβαλλομένων Κρατών, επί του εδάφους του οποίου αι μεταφοραί αύται ήθελον διενεργηθή.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η προετοιμασία των Βουλγάρων για τον νέο πόλεμο ήταν εντατική.

Άρθρον 11ον
Τα λάφυρα πολέμου ανήκουσιν εις τον λαμβάνοντα αυτά συμμαχικόν στρατόν.
Εν περιπτώσει καθ’ ην τα λάφυρα εν κοινή των συμμαχικών στρατευμάτων μάχη επί του αυτού πεδίου μάχης, θα διανεμηθώσν αναλόγως του αριθμού των μαχητών των δύο στρατών, οίτινες συμμετέσχον εις την μάχην.

Άρθρον 12ον
Η παρούσα Σύμβασις ισχύει εφ’ όσον παραμένει εν ισχύϊ και η μεταξύ Ελλάδος και Σερβίας Συνθήκη συμμαχίας, ης αποτελεί συμπλήρωμα.
Το άρθρον 2 της παρούσης Συμβάσεως δύναται να τροποποιηθή δια κοινής εγγράφου συμφωνίας των Γενικών επιτελείων των οικείων δύο Κρατών, μετά την λήξιν της παρούσης κρίσεως και αφ’ου διαταχθή η αποστράτευσις.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Βουλγάρικο πυροβολικό λίγο πριν την έναρξη των επιχειρήσεων.

Άρθρον 13ον
Η ισχύς της παρούσης συμβάσεως άρχεται αφ’ ης ημέρας τύχη της επικυρώσεως των Αυτών Μεγαλειοτήτων του Βασιλέως των Ελλήνων και του Βασιλέως των Σέρβων, ή της των οικείων Κυβερνήσεων των συμμάχων Κρατών.
Εις πίστωσιν η παρούσα Σύμβασις υπεγράφη υπό των πληρεξουσίων.
Εγένετο εις διπλούν εν Θεσσαλονίκη τη 19η Μαϊου 1913.

ΣΕΡΒΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ

Ο Σερβικός στρατός όπως και ο Ελληνικός είχε ενισχυθεί ιδιαίτερα με την είσοδο νεότερων κλάσεων με παρένταξη αυτών σε υπάρχουσες μονάδες, αποφεύγοντας όμως να δημιουργήσει νέες. Ενισχύθηκε επίσης και από μια μεραρχία (12.000 άνδρες) από το Βασίλειο του Μαυροβουνίου.

 
 
Έτσι ο σερβικός στρατός που είχε ταχθεί υπό την αρχιστρατηγία του Βασιλιά Πέτρου Α' με επιτελάρχη τον Βοεβόδα Ραντομίρ Πούτνικ συγκροτούνταν από τις εξής 11 μεραχίες και μια ταξιαρχία:.

Μεραρχία 1η Δουνάβεως Διοικητής Στρατηγός Γιουρίσιτς
Μεραρχία 1η Τιμόκ Διοικητής Συνταγματάρχης Κόντιτς
Μεραρχία 2η Δουνάβεως Διοικητής Στρατηγός Ράτιτς
Μεραρχία 2η Τιμόκ Διοικητής Συνταγματάρχης Μιλουκίνοβιτς
Μεραρχία 1η Μοράβα Διοικητής Στρατηγός Γκίκο Ιτς
Μεραρχία 1η Σουμάδια Διοικητής Συνταγματάρχης Τέρτσετς
Μεραρχία 2η Μοράβα Διοικητής Συνταγματάρχης Νέδιτς
Μεραρχία 2η Σουμάδια Διοικητής Συνταγματάρχης Μαρίνοβιτς
Μεραρχία 1η Δρίνα Διοικητής Συνταγματάρχης Χάτζιτς
Μεραρχία Μεραρχία Μαυροβουνίου Διοικητής Στρατηγός Βούκοβιτς
Μεραρχία 2η Δρίνα Διοικητής Συνταγματάρχης Νταάνοβιτς
Μεραρχία Ιππικού Διοικητής Πρίγκιπας Αρσένιος Καραγιώργεβιτς.

Η συνολική δύναμη του σερβικού στρατού ήταν πεζικό: 260.000, ιππικό: 3000 και 500 Πυροβόλα όπλα.

 


ΔΙΑΤΑΓΗ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


Κάτω από τις άνανδρες αυτές επιθέσεις, ο ελληνικός πληθυσμός θεωρούσε τον πόλεμο αναπόφευκτο και πραγματικά, στις 17 Ιουνίου του 1913 άρχιζε ο πόλεμος μεταξύ Σερβίας και Βουλγαρίας και η σύγκρουση τμημάτων μας με το βουλγαρικό στρατό στο Παγγαίο.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Βουλγαροι στρατιωτικοί στη Θεσσαλονίκης (Οκτώβριος-Ιούνιος 1913).


Η Αθήνα κράτησε σκληρή στάση, που επιβαλλόταν άλλωστε και ανέθεσε στο στρατηγό Καλλάρη να ζητήσει από το Χεσάψιεφ να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη με το βουλγαρικό στρατό, ειδοποιώντας τον με το εξής έγγραφο:

«Εν Θεσσαλονίκη τη 17η Ιουνίου 1913
«Προς τον Διοικητήν
«των Βουλγαρικών Στρατευμάτων
Ενταύθα
«Κύριε Διοικητά,
«Επειδή τα Βουλγαρικά στρατεύματα ήρχισαν τας εχθροπραξίας κατά των ιδικών μας, λαμβάνω την τιμήν να σας παρακαλέσω όπως εγκαταλείψητε την πόλιν της Θεσσαλονίκης εις διάστημα μίας ώρας αφ’ ης στιγμής λάβητε την παρούσαν.

«Τα όπλα του στρατού σας θα παραδοθώσιν εις αξιωματικούς επί τούτω ορισθησομένους. Οι αξιωματικοί δύνανται να φέρωσι τα ξίφη των. Ιδιαιτέρα αμαξοστοιχία θα μεταφέρη τον στρατόν μέχρι των προφυλακών μας και μέτρα θα ληφθώσι δια την ασφάλειάν των.

«Ληξάσης της προθεσμίας ταύτης, θέλω αναγκασθή μετά μεγάλης μου λύπης να δώσω διαταγάς όπως τα στρατεύματά σας θεωρηθώσιν ως εχθρικά.
Στρατηγός Καλλάρης».




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Στρατηγός Καλλάρης

Στις 21 Ιουνίου 1913 ο Κωνσταντίνος B´ απευθύνει διά της Βουλής διάγγελμα στον ελληνικό λαό.
Ο πόλεμος έχει ήδη αρχίσει:

Πρός τόν Λαό μου

Συμμαχήσαντες μετά των άλλων χριστιανικών κρατών πρός απελευθέρωσιν πασχόντων αδελφών, ηυτυχήσαμεν νά ίδωμεν τόν κοινόν αγώνα στεφανούμενον υπό της νίκης καί καταλύσαντα τήν τυραννίαν, τά ελληνικά δέ όπλα θριαμβεύοντα κατά ξηράν καί κατά θάλασσαν.

Η ηττηθείσα αυτοκρατορία παρεχώρησεν αδιαιρέτως εις τούς Συμμάχους τό απελευθερωθέν έδαφος. Αλλά ενώ η Ελλάς δικαία, καθώς πάντοτε, συμφώνους έχουσα καί τούς δύο άλλους των συμμάχων ηθέλησεν φιλικήν τήν διανομήν του απελευθερωθέντος εδάφους, άπληστος σύμμαχος, η Βουλγαρία αρνηθείσα πάσαν συνεννόησιν καί διαιτησίαν, επεζήτησε νά σφετερισθή κατά τό πλείστον μόνη αυτή τούς καρπούς της κοινής νίκης...

Ο ελληνικός λαός, εν στενή μετά της Σερβίας καί του Μαυροβουνίου αλληλεγγύη, πεποιθώς επί τήν ιερότητα του σκοπού αναλαμβάνει τά όπλα εις νέον αγώνα υπέρ βωμών καί εστιών. Ο στρατός μου της ξηράς καί της θαλάσσης, ο αναδείξας τήν Ελλάδα μεγαλειτέραν, καλείται νά συνεχίση τούς τετιμημένους αγώνας του καί σώση απελευθερωθέντας εκ της τουρκικής τυραννίας αδελφούς από της απειλουμένης νέας καί δεινοτάτης δουλείας...

Ζήτω η μεγαλυνθείσα Ελλάς! Ζήτω τό Ελληνικόν Έθνος!".
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΒ'

Τό υπουργικόν συμβούλιον
Ε. Βενιζέλος
Λ. Κορομηλάς
Κ. Ρεκτιβάν
Εμμ. Ρεπούλης
Ι. Τσιριμώκος
Αλ. Διομήδης
Ανδρ. Μιχαλακόπουλος
Ν. Στράτος



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Σπάνια άποψη της Σαλονίκης, 1912/13.


ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


Στις 16/6/1913 οι Βούλγαροι στράφηκαν αιφνιδιαστικά κατά του Σέρβικου στρατού στη Γευγελή και κατά των Ελλήνων στο Τσαγέζι και στις ελευθερές.

Οι αψιμαχίες στη Θεσσαλονίκη άρχισαν στις 3 μ.μ. της 17-6-1913 και όσους Βούλγαρους έπιαναν, τους αφόπλιζαν και τους φυλάκιζαν. Αλλά η πραγματική μάχη άρχισε κοντά στο βουλγαρικό ταχυδρομείο, όταν πυροβολήθηκαν οι οδηγοί δύο ελληνικών στρατιωτικών αυτοκινήτων.

Στο μεταξύ, στις 4.40 μ.μ. έγινε δυνατή η επίδοση του εγγράφου του Καλλάρη προς την διοίκηση του βουλγαρικού στρατού κι αυτή η καθυστέρηση έγινε γιατί ο Χεσάψιεφ τους εγκατέλειψε και δεν βρισκόταν ο αρμόδιος Βούλγαρος αξιωματικός.

Ταυτόχρονα, ο Γάλλος πρόξενος Jousselin μεσολάβησε για να δοθεί παράταση της προθεσμίας αποχώρησης των Βουλγάρων, την οποία η ελληνική διοίκηση απέρριψε γιατί κάθε καθυστέρηση εγκυμονούσε κινδύνους με απρόβλεπτες συνέπειες.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Εγχειριση Βουλγάρου στρατιώτη στον Βαλκανικό πόλεμο.

Έτσι, από τις 7 περίπου τα τηλεβόλα βρόντηξαν και μετά από συνεχείς μάχες, πολλές φορές σώμα με σώμα, με επιθέσεις σε πολλά κρησφύγετα που κρατούσαν οι Βούλγαροι γερά, κατορθώθηκε το ξεκαθάρισμα.


Εκεί όμως που έγιναν οι περισσότερες και μεγαλύτερες μάχες, ήταν η περιοχή Σιντριβανιού, στη γειτονιά μου και πολλές σφαίρες βρήκαν το σπίτι μας, γιατί ο χώρος από Χαμιδιέ μέχρι πίσω από το καφενείο του Μήττα και μέχρι το μετέπειτα μηχανοκίνητο τμήμα της τροχαίας, στη γωνία Β. Σοφίας - Πρίγκιπος Νικολάου, ήταν ανοιχτός. Στα Σουλτανικά επίσης λεγόμενα κτίρια, οι τρύπες από τις σφαίρες υπήρχαν μέχρι το σεισμό της 20-6-1978.

Η στάση του ελληνικού πληθυσμού ήταν αξιοθαύμαστη, γιατί σαν να μη συνέβαινε τίποτε, οι πολίτες έκαναν βόλτα στους δρόμους και τα μαγαζιά, συνέχισαν να εργάζονται, ώσπου βγήκε διαταγή για περιορισμό των και κλείσιμο των μαγαζιών.

Τέλος, στις 6 το πρωί οι Βούλγαροι ύψωσαν λευκή σημαία και περίπου 650 στρατιώτες και 78 αξιωματικοί οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι στο Διοικητήριο. Η αυλή της Αγίας Σοφίας ήταν γεμάτη αίματα, από την έφοδο που έγινε εκεί και άλλοι αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν στους στρατώνες. Έτσι άρχισε ο ελληνοβουλγαρικός πόλεμος και ξαναφάνηκαν στο προσκήνιο οι κομιτατζήδες. Το βράδυ της ίδιας μέρας έφτασε στη Θεσσαλονίκη, με το αντιτορπιλικό «Αετός», ο νέος γενικός διοικητής Ι. Δραγούμης και την επόμενη ο Ρακτιβάν παρέδωσε τη γενική διοίκηση σ’ αυτόν.
. Η Θεσσαλονίκη είχε ξεκαθαριστεί από τους 1500 Βούλγαρους.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Γυναίκες πλένουν ρούχα στην Μπράτζα, μετέπειτα Σαντάνσκη, στις θερμοπηγές, 1912.


Στις 17 Ιουνίου ο γενικός πρόξενος B. Δενδραμής τηλεγραφεί από Θεσσαλονίκη:

«Πέμπτην παρά είκοσι εδόθη τελεσίγραφον διοικητήν ενταύθα βουλγαρικής φρουράς όπως εντός μιας ώρας Βούλγαροι στρατιώται παραδώσωσιν όπλα των. Συλλαμβανομένοι Βούλγαροι οπλίται αφοπλίζονται. Πλήρης τάξις επικρατεί...».


Στις 20 Ιουνίου ο βουλγαρικός Τύπος διαμαρτύρεται «διά τας εν Θεσσαλονίκη αιματηράς σκηνάς κατά βουλγαρικής φρουράς και συνοικίας. Οχι Βούλγαροι αλλά Ελληνες θα μετανοησώσι διά τόσην αυθάδειαν» αναφέρει από τη Σόφια ο πρεσβευτής Δ. Πανάς (ΑΠ 18521).


Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος εν τω μεταξύ ειδοποιεί την κυβέρνηση πως «συλληφθέντες Βούλγαροι αιχμάλωτοι επληροφόρησαν ότι βουλγαρικός στρατός ητοίμαζεν μαζικήν αιφνιδιαστικήν επίθεσιν κατά Θεσσαλονίκης...».


Στις 21 Ιουνίου ο βασιλιάς πληροφορεί την κυβέρνηση ότι ο εκεί ρώσος πρόξενος ανακοίνωσε την πρόθεση της Ρωσίας να επέμβει στα πράγματα και να στείλει ναυτική δύναμη στην περιοχή, «... παρακαλεί όμως ληφθή πρόνοια όπως μη επέλθη σύγχυσις επειδή η στολή των Ρώσων ναυτών ομοιάζει προς βουλγαρικήν!..». Στο ίδιο τηλεγράφημα ο Κωνσταντίνος αναφέρεται στη φιλοβουλγαρική στάση του γάλλου προξένου στη Θεσσαλονίκη.






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Βουλγαρικά στρατεύματα στα σύνορα της Σερβίας κατά τη διάρκεια του Β 'Βαλκανικού Πολέμου, τον Ιούνιο του 1913.



Το τρίτο κατά σειράν εμπιστευτικό έγγραφο (ΑΠ 482) με ημερομηνία 8 Ιουνίου 1913 του υπουργού Στρατιωτικών E. Βενιζέλου (είχαν προηγηθεί ως κατεπείγοντα ένα στις 13 Μαΐου και ένα δεύτερο στις 29 του ίδιου μήνα, ΑΠ 402 και ΑΠ 445 αντιστοίχως) προς τον τότε ΥΠΕΞ Λ. Κορομηλά με τα οποία ο Βενιζέλος ζητούσε αγωνιωδώς να λάβει γνώση των δυνάμεων και της γεωγραφικής κατανομής του σερβικού στρατού εν όψει ενάρξεως εχθροπραξιών με τους Βούλγαρους.

Στο αίτημα Βενιζέλου - Κορομηλά ο τότε έλληνας πρεσβευτής I. Αλεξανδρόπουλος από το Βελιγράδι θα απαντήσει στις 13 Ιουνίου (ΑΠ 17866) ότι «παροχή πάσης πληροφορίας εντεύθεν αδύνατος, δυνατή ούσα μόνον εκ Στρατηγείου Σκοπίων»



ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ



Ο Ν. Σπανδωνής, αυτόπτης μάρτυρας, γράφει στο «Πανόραμα»:

«Κατά την δωδεκάωρον αυτήν μάχην, πρωτοφανή μέσα εις τας οδούς πόλεως, 52 Έλληνες στρατιώται και αξιωματικοί επλήρωσαν δια της ζωής των την ολοσχερή απαλλαγήν της Θεσσαλονίκης από την βουλγαρικήν αυθαιρεσίαν. Τριακόσιοι δε υπήρξαν οι φονευθέντες Βούλγαροι. Εις την ακμήν της μάχης αυτής, έφθασεν επιτόπου ο Γενικός Διοικητής (Μακεδονίας) κ. Στέφανος Δραγούμης.


»―Με υποδέχεσθε, βλέπω, με όλας τας τιμάς είπεν εις τον κ. Ρακτιβάν (πολιτικό διοικητή Θεσσαλονίκης) υπονοών τους κανονιοβολισμούς οι οποίοι εξηκολούθουν ραγδαίοι.
»Και ο κ. Ρακτιβάν απήντησεν όπως απαντούν κατά την αλλαγήν της φρουράς:
»―Κύριε Γενικέ Διοικητά, σας παραδίδω την πόλιν καθαράν.


»Οι χίλιοι διακόσιοι Βούλγαροι, οι οποίοι επερίμεναν κατά τας διαβεβαιώσεις του στρατηγού Χασαπτσήεφ ότι η Θεσσαλονίκη την επομένην θα ήτο βουλγαρική, συνελήφθησαν και επιβιβάσθησαν εις τα πλοία δια να μετακομισθούν εις τον Πειραιά και εκείθεν εις το μέρος το οποίον θα ώριζεν η ελληνική κυβέρνησις»
.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ο Στέφανος Δραγούμης (1842-1923).

Μετά την εκκαθάριση της Θεσσαλονίκης, ολόκληρος ο ελληνικός στρατός διατάχθηκε να προελάσει κατά των Βουλγάρων, και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος έσπευσε στη Μούλτζα, για να διευθύνει αυτοπροσώπως από εκεί τις επιχειρήσεις.

Και το «Πανόραμα» μας λέει:

«Ο Βασιλεύς καλέσας πλησίον του τους σωματάρχας τούς απεχαιρέτισε δι’ ολίγων θερμών λέξεων.
»―Αρχίζει, είπε, άμιλλα θανάτου. Πολλούς εξ υμών ίσως δεν τους ίδω πλέον. Αλλ’ αυτή είναι η απαίτησις της πατρίδος.
»―Ζήτω η Πατρίς! Ζήτω ο Βασιλεύς! απήντησαν οι σωματάρχαι ξιφουλκήσαντες.
»Και η προέλασις ήρχισε ταυτοχρόνως από τρία σημεία»
.



ΜΑΧΗ ΚΙΛΚΙΣ ΛΑΧΑΝΑ


Την νύκτα 16 με 17 Ιουνίου 1913 οι Βούλγαροι χωρίς να κηρύξουν τον πόλεμο και ο Βούλγαρος Τσάρος Φερδινάνδος ο Α' και ο Στρατηγός Σαβόφ, χωρίς προηγούμενη έγκριση του κοινοβουλίου τους, επιτίθενται αιφνιδιαστικά κατά των Ελλήνων και των Σέρβων.

Με την αιφνιδιαστική τους επίθεση κατορθώνουν ν’ αρπάξουν τη Γευγελή και να διακόψουν κάθε επικοινωνία μεταξύ Ελλήνων και Σέρβων. Προσωρινά όμως αναστέλλουν την πορεία τους προς την Θεσσαλονίκη, γιατί δεν πετυχαίνουν να εκτοπίσουν τους Σέρβους πέρα από τον Αξιό.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Tο Τσουφλίδιον ελληνικόν σχολείον στο Γευγελή το 1900.

Εγκαθίστανται υποχρεωτικά στα γύρω υψώματα, στη γραμμή ΚΙΛΚΙΣ - ΛΑΧΑΝΑ. Η τοποθεσία έχει πολλά αμυντικά πλεονεκτήματα. Το έδαφος είναι τελείως ακάλυπτο και παρέχει άριστη παρατήρηση και πεδία βολής. Κρατώντας αυτήν τη γραμμή οι Βούλγαροι προφυλάσσουν τις ΣΕΡΡΕΣ, το ΣΙΔΗΡΟΚΑΣΤΡΟ, τη ΔΟΙΡΑΝΗ και τη ΓΕΥΓΕΛΗ , διατηρούν τις γέφυρες του Στρυμόνα, που έχουν σημασία για τον εφοδιασμό τους και εξασφαλίζουν την υποχώρηση τους δια της ΣΤΡΩΜΝΙΤΣΑΣ σε περίπτωση ανάγκης.

Οι Βούλγαροι παρέταξαν 32 Τάγματα Πεζικού, 1 Σύνταγμα Ιππικού και 62 πυροβόλα. Η συνολική δύναμη του Ελληνικού Στρατού, ανερχόταν σε 73 Τάγματα Πεζικού, 33 Πεδινές Πυροβολαρχίες, 9 Ορειβατικές, 8 Ιλες και 8 Ημιλαρχίες.

Την νύκτα της19ης Ιουνίου 1913 τέσσερις (4) Ελληνικές Μεραρχίες ( 2η - 3η - 4η - 5η ) και η Ταξιαρχία Ιππικού κινούνται με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη του Κιλκίς. Συναντούν τις βουλγαρικές προφυλακές, οι οποίες αμύνονται με πείσμα. Διεξάγεται αγώνας σκληρός και πεισματώδης, τα στρατεύματα μας κερδίζουν σπιθαμή προς σπιθαμή το έδαφος. Το 1ο Σύνταγμα Πεζικού μάχεται στα υψώματα του χωριού ΜΑΝΔΡΕΣ. Ανατολικά της ΠΙΚΡΟΛΙΜΝΗΣ μάχεται το 16ο Σύνταγμα Πεζικού.



 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η μάχη Κιλκίς Λαχανά.

Όσο προχωρεί η ημέρα, η επίθεση γενικεύεται. Οι Μεραρχίες υφίστανται τρομερές απώλειες, μα στο τέλος οι Βούλγαροι υποχωρούν στη γραμμή Λειψυδρίου - Λόφου Μαυρονερίου - Γυναικοκάστρου. Πέφτει το σκοτάδι. Οι Βούλγαροι την ημέρα αυτή υποχώρησαν, αλλά ο αγώνας δεν κρίθηκε.

Ξημερώματα της 20ης Ιουνίου 1913, τα ηρωικά Συντάγματα της 5ης Μεραρχίας, ( 16ο, 22ο και 23ο ), ύστερα από σκληρό και φονικό αγώνα καταλαμβάνουν το σιδηροδρομικό σταθμό ΚΡΗΣΤΩΝΗΣ, το νότιο τμήμα του χωριού ΚΡΗΣΤΩΝΗ και τα βοηθητικά του υψώματα. Όμως παρά την ηρωική τους προσπάθεια δεν κατορθώνουν να προχωρήσουν προς Κιλκίς, γιατί το έδαφος θερίζεται από τα βουλγαρικά πυρά. Η 4η Μεραρχία μαχόμενη γενναία, καταλαμβάνει το μεσημέρι τα ανατολικά του χωριού ΚΡΗΣΤΩΝΗ υψώματα και φθάνει μπροστά από την κύρια γραμμή αμύνης του εχθρού. Οι απώλειές της είναι τρομερές. Η 2η Μεραρχία προελαύνει κάτω από τα πυρά των Βουλγάρων, ανατρέπει τον εχθρό και καταλαμβάνει τα ανατολικά του χωριού ΠΟΤΑΜΙΑ υψώματα. Η 3η Μεραρχία, μετά από σφοδρό αγώνα, ανατρέπει επίσης τους Βουλγάρους και καταλαμβάνει τα χωριά ΛΕΒΕΝΤΟΧΩΡΙ, ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ και ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΥΣΗ.


Η Ταξιαρχία Ιππικού προελαύνει προς τα χωριά ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΥΣΗ και ΚΑΣΤΑΝΙΕΣ, αλλά λόγω της αφίξεως εχθρικών ενισχύσεων, αναγκάζεται να αποσυρθεί.

Παρ΄ όλες τις νίκες του Ελληνικού στρατού, το Κιλκίς βρίσκεται ακόμη στα χέρια των Βουλγάρων. Πρέπει όμως οπωσδήποτε να καταληφθεί. Γεμάτος αγωνία ο Αρχιστράτηγος, στέλνει προς όλες τις Μεραρχίες την ιστορική διαταγή, που δείχνει και το βάθος της ανησυχίας, αλλά μαζί και την αλύγιστη θέληση για τη νίκη: «ΑΥΡΙΟ ΑΞΙΩ ΤΗΝ ΠΤΩΣΙΝ ΤΟΥ ΚΙΛΚΙΣ».


 

Τα χαράματα της 21ης Ιουνίου 1913, ώρα 03:30, η επίθεση προς το Κιλκίς αρχίζει. Τα ηρωικά Συντάγματα της 2ης Μεραρχίας ( 1ο και 7ο ) ακάθεκτα ορμούν κατά των Βουλγάρων. Εντός 15 λεπτών πλησιάζουν την πρώτη γραμμή αμύνης του εχθρού. Οι Βούλγαροι βάλλουν με πυκνά πυρά κατά των Ελλήνων. Μετά σκληρό αγώνα στις 04:10 το πρωί κυριεύεται η πρώτη γραμμή αμύνης. Πίσω όμως από την πρώτη υπάρχει η 2η γραμμή. Εναντίον αυτής ορμούν τώρα ακάθεκτα με τη λόγχη οι Έλληνες. Στις 05:00 το πρωί καταλαμβάνουν και αυτή τη γραμμή αμύνης και προχωρούν με αλαλαγμούς, εναντίον της 3ης και σπουδαιότερης γραμμής των Βουλγάρων. Εδώ διεξάγεται αγών άνισος. Οι Έλληνες προχωρούν απτόητοι κάτω από τα βουλγαρικά πυρά . Οι Βούλγαροι αμύνονται με πείσμα.

Ας δούμε όμως μια μαρτυρία για την μάχη στο Κιλκίς του δεκανέα Κων Λιναρδάτου όπως την αποτυπώνει στο ημερολόγιό του:

«Εις πυροβολισμός ηκούσθη και αμέσως πυρ ομαδόν. Ήρχισε να φωτίζη η ανατολή, ημείς έχοντες όπισθεν μας το φως δεν εβλέπομεν , αυτοί τουναντίον έβλεπον τους κινουμένους ημέτερους όγκους και φυσικά δεν επήγε χαμένο κανένα βλήμα. Με τον πρώτο πυροβολισμό ανεκατεύθημεν έως ότου δε αραιώσουμεν και καταλάβουμε μέρος εις την κορυφή λόφου , όπου ήτο σιταροκαλαμιά , αυτοί έρριψαν 4-5 πυρά ομαδόν και επηδούσαμε σαν κοκορόπουλα.

Αυτή την στιγμή θα είχομεν πλέον του 1/3 της δυνάμεως απωλείας. Ενώ έκαστος προσεπάθη να προκαλυψθεί και επυροβολούμεν εις τον αέρα, έφθασαν οι του τρίτου τάγματος με εφ όπλου λόγχη αλλαλάζοντες και φωνάζοντες εμπρός –εμπρός.

Ανεκατεύθησαν οι λόχοι και οι μεν τολμηρότεροι προχώρουν οι δε άλλοι επροχώρουν βραδέως πυροβολούντες.

Έπαυσε το πυροβολικόν βάλον , διότι αι οβίδαι έπιπτον επάνω μας. Εστήθησαν τα πολυβόλα και έβαλον δίδοντα θάρρος.

Οι Βούλγαροι των πρώτων χαρακωμάτων πτοηθέντες έφευγον. Μετά ένα τέταρτον όλοι οι λόφοι εγέμισαν στρατόν, ώστε δεν διέκρινε τις ποιοι ήσαν οι δικοί μας και ποίοι εχθροί. Ούτω προελαύνοντες κατελάβομεν το εν μετά το άλλο 7 χαρακώματα φθάσαντες κατόπιν του μεγάλου τετραγώνου χαρακώματος .

Εκεί πλέον το πυρ του εχθρού θέριζε κυριολεκτικώς και η προέλασις σταμάτησεν».



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Μάχη του Κιλκίς (του Σωτήρη Χρηστίδη).

Στον αγώνα εμπλέκεται και το 3ο Σύνταγμα. Οι Βούλγαροι ενεργούν σφοδρές αντεπιθέσεις. Χάρις όμως στη δραστηριότητα των εναπομεινάντων αξιωματικών του 1ου και 7ου Συντάγματος και στον απαράμιλλο ηρωισμό των στρατιωτών μας, αποκρούονται οι αντεπιθέσεις. Ακολουθούν νέες επιθέσεις των Ελλήνων. Τα Συντάγματα κερδίζουν διαρκώς έδαφος, καταλαμβάνουν τα χαρακώματα της τελευταίας γραμμής και διώχνουν από αυτά τους Βουλγάρους.

Οι άλλες προ του Κιλκίς Μεραρχίες ( 4η,5η και 3η ) συνεχίζουν από τις πρωινές ώρες, τον εναντίον των Βουλγάρων αγώνα. Οι Βούλγαροι προβάλλουν ισχυρή αντίσταση και με τα κανόνια κτυπούν μανιασμένα τους Έλληνες. Ο αγώνας όμως συνεχίζεται. Στις 11:00 η ώρα το πρωί, το Κιλκίς καταλαμβάνεται και 11:15 η Ελληνική σημαία κυματίζει περήφανα στο ύψωμα του Αγίου Γεωργίου. Παντού οι Βούλγαροι τρέπονται σε άτακτη φυγή.

Οι βούλγαροι πολέμησαν με σθένος και επεχείρησαν πολλές αντεπιθέσεις από το ημερολόγιο του δεκανέα Κ Λιναρδάτου αντιγράφουμε:

«Φαίνεται ότι ελογάριαζαν να μας ρίξουν στη θάλασσα. Τους υπολογισμούς αυτούς όμως είχε υπόψη το 3ο Σύνταγμα το οποίο τοποθετημένο δεξιά καιροφυλακτούσε επιφέροντας μεγάλη θραύση στον εχθρό . Τρεις φορές όρμησε το βουλγαρικό ιππικό εναντίον τους και τρεις φορές απεκρούσθη. Όσοι δε από αυτούς εξήλθον των χαρακωμάτων ουδείς εσώθη. Εσταμάτησαν λίγο το πυρ προς τον τομέα μας ανεσηκώθημεν και είδομεν το 3ο Σύνταγμα πεζικού προελαύνον προς το τετράγωνο χαράκωμα. Είχε γενικευθή η υποχώρησις και κατά τις 11 , η 4η Μεραρχία ήτο εντός της πόλεως , καπνός δε ανεφαίνετο έως εδώ των πυρπολούμενων οικιών…».


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Το Κιλκίς κατεστράφηκε ολοκληρωτικά από τον Ελληνικό στρατό.

Η τριήμερη Μάχη του Κιλκίς έληξε. Η νίκη υπήρξε σημαντική και προδίκασε την έκβαση του 2ου Βαλκανικού Πολέμου. Από το Κιλκίς τα ελληνικά στρατεύματα προχώρησαν στην ΔΟΙΡΑΝΗ, στην ΚΕΡΚΙΝΗ, στην ΣΤΡΩΜΝΙΤΣΑ, στο ΔΕΛΗ ΡΙΣΑΡ, στα στενά της ΚΡΕΣΝΑΣ. Μεγάλο το μέγεθος της νίκης του Κιλκίς, μεγάλο και το τίμημα της εξαγοράς της.5652 άνδρες εκτός μάχης και με νεκρούς 6 διοικητές συνταγμάτων δηλαδή το 12% της τότε παρατακτικής δύναμης του στρατού.

Το Κιλκίς ήταν το προπύργιο του σλαβομακεδονικού αλυτρωτισμού γι αυτό τον λόγο οι συγκρούσεις έλαβαν άγριο και γεμάτο φανατισμό χαρακτήρα, πολύ γρήγορα ο αγώνας πήρε μορφή ολοκληρωτικό διαχωρισμός μεταξύ στρατιωτών και αμάχων δεν υπήρχε. Το 1912 μόνο το 2% του πληθυσμού της περιφερείας του Κιλκίς ήταν Έλληνες, οι Σλαυόφωνοι καταδιώχθηκαν τα χωριά τους πυρολυθήκαν, όπως και η πόλη του Κιλκίς, οι άνδρες σκοτωνόντουσαν και οι κακοποιήσεις των γυναικών πήραν σημαντικές διαστάσεις, καραβάνια προσφύγων έφευγαν προς Βορρά ακολουθώντας την υποχώρηση του Βουλγάρικου στρατού.

Με τέτοιες θυσίες η Ελλάδα, απέκρουσε αποφασιστικά την προσπάθεια ανατροπής των συνόρων της και τις βλέψεις της γείτονος χώρας στα εδάφη της. Συνέβαλε αποφασιστικά στην παγίωση του σχηματιζόμενου τότε χάρτη της Βαλκανικής και έδειξε ότι ο σεβασμός αυτών των συνόρων και η ειρηνική συνύπαρξη, είναι ο μόνος εφικτός δρόμος για τις χώρες της περιοχής.







Δες τώρα και τι γράφει μετά θαυμασμού ο Κ Πράις :

«….του Κιλκίς και έβλεπε την σειράν των επαλλήλων χαρακωμάτων , εκτεινομένων εις απόστασιν ολοκλήρων μιλίων, με τα φοβερά ιχυρώματα και τα δια τηλεβόλων προστατευμένα ισχυρά στρατιωτικά σημεία , άτινα δέσποζον των προσβασεων από της νοτίως εκτεινομένης πεδιάδος , και εσκέπτευο κατόπιν παν ότι ηκούσαμε και ανεγνώσαμεν και είδομεν να παρουσιάζει ο Βούλγαρος στρατιώτης , ηπόρει ποία αόρατος χειρ εβοήθησε τους Έλληνες προς την νίκην . Ότι το φυσικόν τούτο φρούριον, το δι επιστημονικών συμπληρώσεων καταστάν σχεδόν απόρθητον , ηλώθη υπό εχθρού άνευ μακράς πολιορκίας, αποτελεί γεγονός το οποίον δυσκόλως ηδύνατο τις και να φανταστή. Το όλον θέατρον υης μάχης , ήτο σπαρμένον με τα ίχνη τασυμβολίζοντα εσπευσμένην φυγήν….το ταξείδιόν μας έβριθε θλιβερών εικόνων του πολέμου».

Οι απώλειες ήταν τεράστιες ο δεκανέας Κ Λιναρδάτος γράφει:

«…..Κατηρχόμεθα προς τα κάτω , ότε ευρίσκομεν τραυματισμένον βαρέως φύλον μας στρατιώτη Τριανταφύλλου , τον οποίον ετοποθετήσαμεν εντός αντισκήνου και μετά κόπον μιας ώρας τον μετεφέραμεν κάτω εις τον μύλον , όπου υπό των δένδρων ηλλάλαζεν το πλήθος των τραυματιών . Εκατοντάδες πληγωμένοι ηκρωτηριασμένοι επλήρουν με γόους τον αέραν . Ποίον να πρωτοπεριποιηθώσιν οι ολίγοι ιατροί και νοσοκόμοι . Συνετάχθη το Σύνταγμα πλησίον του Σαρίκιοι εις τον ποταμόν και εφαίνετο ο εις λόχος. Λοχίας ήτο διοικητής λόχου , διότι εκ των 44 αξιωματικών 9 εφονεύθησαν και 27 ετραυματίσθησαν….».




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Χαρακτηριστική είναι η αφήγηση ενός τραυματία που εξιστορεί την έφοδο Βουλγάρων στρατιωτών εναντίον των. Έκπληκτοι, αφηγείται ο τραυματίας, είδαμε το απόγευμα της 20ης Ιουνίου, μια ομάδα Βουλγάρων με εφ’ όπλου λόγχη να τρέχει εναντίον μας. «Τι επηκολούθησεν είνε ανώτερον περιγραφής. Αληθής γιγαντομαχία! Οι Βούλγαροι εθερίζοντο από τα πυρά μας σαν στάχια. Και όμως εξηκολούθουν την έφοδον, η οποία αν απέτυχε δεν θα είπη ότι οι Βούλγαροι εφάνησαν δειλοί. Μόνον οι ιδικοί μας εφάνησαν υπεράνθρωποι».





ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΔΟΞΑΤΟΥ ΚΙΛΚΙΣ


Όσον αφορά τις περιοχές του Δοξάτου και του Κιλκίς το Carnegie Rapport μας προσφέρει τις ακόλουθες πληροφορίες:

Το 1913 το Δοξάτο αριθμούσε 2.700 Έλληνες κατοίκους και 270 σπίτια, μαζί δε με δύο γειτονικά χωριά αποτελούσε την μοναδική ελληνική νησίδα της περιοχής, μιας περιοχής η οποία σχεδόν στο σύνολό της κατοικείτο από τουρκικό πληθυσμό.


Οι Βούλγαροι, σύμφωνα και με επίσημες ελληνικές πληροφορίες, κατάσφαξαν 500 άτομα, κάτω από συνθήκες απερίγραπτης βαρβαρότητας καίοντας όλα σχεδόν τα κτίρια, διότι μετά την καταστροφή ανέπαφα είχαν απομείνει 30 μόνο σπίτια.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Στην μάχη του Κιλκίς πήραν μέρος και Κύπριοι. Ο Αργυρός Δρουσιώτης, από την Δρούσια της Πάφου, περιγράφει με ζωντάνια την τριήμερη εποποιία, μιας και ο ίδιος πολεμά στο Κιλκίς, με το 7ο σύνταγμα της 5ης Μεραρχίας. Γράφει στο ημερολόγιο, που κρατά στα διαλείμματα της μάχης: "Είμεθα εκτεθειμένοι εις τας οβίδας του εχθρού. Εις τα άλματα που κάμνομεν, αι σφαίραι έρχονται σαν χαλάζι. Πολλοί φονεύονται και τραυματίζονται. Οι μισοί των αξιωματικών μας τίθενται εκτός μάχης", "Περί την μεσημβρίαν εισερχόμεθα νικηταί εις το Κιλκίς, το κέντρον των Βουλγάρων κομιτατζήδων". Θα κλείσει ο ηρωικός Κύπριος το ημερολόγιο εκείνη την ημέρα με την εξής προτροπή προς την οικογένειά του: «Εαν φονευθώ, αποθνήσκω ευχαριστημένος διότι, ελάβαμε εκδίκηση από το δόλιον έθνος το οποίο απειλούσε γη και ουρανό ότι θα εξαφανίσει το αιώνιον γένος μας. Σας παρακαλώ λοιπόν να μη λυπηθείτε, αλλά να το θεωρείτε ευτύχημα, διότι το μακεδονικόν χώμα εποτίσθη με αδελφικόν κυπριακόν αίμα». Στο Κιλκίς θα πολεμήσει και ο Μακεδονομάχος Γεώργιος Αργυρίου (Κυπραίος), από την Πέγεια της Πάφου, που στην συνέχεια εγκαταστάθηκε και έζησε ως τον θάνατό του το 1977, στην πόλη που πολέμησε για την λευτεριά της.




Στο Carnegie rapport αναφέρεται χαρακτηριστικά η κατάθεση που πήρε αργότερα η διεθνής επιτροπή από τον Ντόμπρεφ, Βούλγαρο διοικητή της Δράμας, και Σοφρόνιεφ, στρατιωτικό διοικητή του βουλγαρικού σώματος που διέπραξε την σφαγή.
Ο Ντόμπρεφ αναφέρει στην κατάθεσή του ότι:

“ Ο βουλγαρικός στρατός στις 8 Ιουλίου 1913 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Καβάλα, κατά το διάστημα δε της υποχώρησης του έξω από το Δοξάτο ένοπλοι Έλληνες σκότωσαν ένα Βούλγαρο ιππέα και τραυμάτισαν ένα δεύτερο. Στις 10 Ιουλίου ένα βουλγαρικό στρατιωτικό σώμα αποτελούμενο από 30 στρατιώτες προσπάθησε να μπει στο Δοξάτο, για την επιβολή της τάξης, η στρατιωτική αυτή επέμβαση αποκρούστηκε με πυρά από ενόπλους Έλληνες.

Στις 11 Ιουλίου απεστάλη μία βουλγαρική δύναμη αποτελούμενη από 2 ίλες ιππικού, 2 λόχους πεζικού και 4 κανόνια., η οποία περικύκλωσε το Δοξάτο με σκοπό την επιβολή της τάξης και την εξασφάλιση της ακίνδυνης υποχώρησης του βουλγαρικού στρατού. Μετά από μερικούς κανονιοβολισμούς 500 ένοπλοι Έλληνες και ένα μέρος του άμαχου πληθυσμού ετράπη σε φυγή, τους οποίους όμως κατεδίωξε το βουλγαρικό ιππικό. Το πεζικό αποτελούμενο από Βούλγαρους στρατιώτες, κυρίως μουσουλμάνους Πομάκους της Βουλγαρίας, εισήλθε στο Δοξάτο, όπου σκότωσε 300 άτομα και έκαψε πολλά σπίτια ”.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ανάμεσα στους τραυματίες της μάχης του Κιλκίς είναι και λογοτέχνης μας Στράτης Μυριβήλης που τραυματίστηκε στις 20/6/1913.


Ο Σοφρόνιεφ αναφέρει στην κατάθεση του ότι :

“ Στις 13 Ιουλίου έγινε έξω από το Δοξάτο μάχη με ένοπλους Έλληνες, κατά την οποίαν σκοτώθηκαν 150 και ίσως 300 ένοπλοι Έλληνες και 14 Βούλγαροι. Στη συνέχεια ο Σοφρόνιεφ αναχώρησε αφήνοντας μέσα στο Δοξάτο τους Βούλγαρους Πομάκους του πεζικού μαζί με ένοπλους ντόπιους Τούρκους, οι οποίοι διέπραξαν αυτά που διέπραξαν, τα οποία ο ίδιος δεν μπορούσε να τα κρίνει διότι ήταν απών”.

Η επιτροπή αμφιβάλει για την αληθοφάνεια της δήλωσης του Σοφρόνιεφ ότι δηλαδή η μάχη και η εξόντωση των 300 ενόπλων Ελλήνων έλαβε χώρα έξω από το Δοξάτο, διότι δεν είναι πιστευτό πως 300 στρατιώτες, ουσιαστικά άτακτοι, ήταν σε θέση να προβάλουν τόσο σθεναρά αντίσταση απέναντι σε μία μεγάλη δύναμη βουλγαρικού ιππικού και πεζικού, εξοπλισμένη με 4 κανόνια
Η διεθνής επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα: “ Δεν διστάζουμε να συμπεράνουμε ότι η σφαγή του Δοξάτου ήταν τουρκική και όχι βουλγαρική”.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Κάστρο Ελληνικό κι απόρθητο υψωνόταν ο Ελληνισμός του Δοξάτου στα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνος. Αυτό οι βούλγαροι δεν το ξέχασαν.

Το ότι ο Σοφρόνιεφ έκανε ψευδή κατάθεση είναι εκτός αμφιβολίας, η σφαγή των 300 ενόπλων έγινε μέσα στο Δοξάτο επί παρουσία του και μετά την αναχώρησή του, τόσο οι Πομάκοι Βούλγαροι στρατιώτες όσο και οι από τον βουλγαρικό στρατό εξοπλισμένοι ντόπιοι Τούρκοι προέβηκαν στις φοβερές βαρβαρότητες απέναντι στους αφοπλισθέντες Έλληνες αντάρτες και στον άμαχο πληθυσμό του Δοξάτου.

Όσον αφορά το συμπέρασμα της επιτροπής ότι την σφαγή δεν την έκαναν οι Βούλγαροι αλλά οι Πομάκοι, πρέπει να λεχθεί ότι ένα τέτοιο συμπέρασμα μπορεί να είναι αληθινό, από ηθικής όμως πλευράς είναι τελείως απαράδεκτο, οι Πομάκοι ήταν Βούλγαροι στρατιώτες και την ευθύνη για τις πράξεις τους την έφερε τόσο ο διοικητής τους όσο και η χώρα στην οποίαν υπάγεται η στρατιωτική αυτή μονάδα. Η μελέτη των βαρβαροτήτων που διέπραξε ο ελληνικός στρατός το 1913 αποτέλεσε για την διεθνή επιτροπή μια λιγότερο επίπονη διαδικασία για τον απλούστατο λόγο ότι οι βαρβαρότητες αυτές έγιναν κατόπιν εντολής του αρχιστρατήγου του ελληνικού στρατού βασιλιά Κωνσταντίνου.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Κατέσφαξαν, οι βούλγαροι, στο Δοξάτο ανηλεώς, 650 ανθρώπους (το 45% των 1500 κατοίκων) και πυρπόλησαν 240 σπίτια και 80 καταστήματα, αφού προηγουμένως τα λεηλάτησαν.



Η επιτροπή δημοσίευσε το επίσημο τηλεγράφημα που εστάλη στις 12 Ιουλίου 1913 στους Έλληνες πρεσβευτές των ευρωπαϊκών χωρών, στο οποίο αναφέρονταν τα εξής : “ The general commanding the Sixth Division informs me that the Bulgarian soldiers under the command of a captain of gendarmes gathered in the yard of the school house at Demir Hissar over one hundred notables of the town, the archbishop and two priests, and massacred them al …………., and declare that to my regret I shall find myself obliged to proceed to reprisals,…”.
Η μετάφραση του ανήκουστης αυτής βασιλικής διαταγής έχει ως εξής:

“ Η στρατηγός διοικητής της 6ης μεραρχίας με πληροφόρησε ότι οι Βούλγαροι στρατιώτες συγκεντρώσαντες στην αυλή του σχολικού κτιρίου του Δεμίρ Χισάρ (του σημερινού Σιδηροκάστρου) πάνω από εκατό προύχοντες της πόλης, τον αρχιεπίσκοπο και δύο ιερείς τους κατακρεούργησαν … ……και με λύπη μου θεωρώ τον εαυτό μου υποχρεωμένο να δηλώσω ότι θα εφαρμοσθούν αντίποινα…..”.

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι κατά τη φυγή τους οι Βούλγαροι, που έγινε στις 13 Ιουλίου 1913 συναπεκόμισαν λάφυρα από τα σπίτια των Δεγατσιανών. Τότε ήταν που ειπώθηκε από χείλη αξιωματούχων Βουλγάρων ότι: « Την ποσότητα των πιάνων που πήραν μαζί τους φεύγοντας, δεν την είχε τότε ούτε η πρωτεύουσα τους Σόφια».




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Τρεις φορές ξεκλήρισαν το Δοξάτο οι βούλγαροι, Κυριακή 30 Ιουνίου 1913, το θέρος του 1917 όσους άνδρες είχαν γλυτώσει από την προηγούμενη σφαγή τους στέλνουν ως ομήρους στη Βουλγαρία για να εργασθούν στα κάτεργα και στις 29 Σεπτεμβρίου 1941.


Η επιτροπή αναφέρει ότι οι ακρότητες του ελληνικού στρατού στο Κιλκίς είχαν λάβει χώρα οκτώ μέρες πριν από την ημερομηνία της έκδοσης της βασιλικής εντολής για διεξαγωγή αντιποίνων, και συγκεκριμένα στις 4 Ιουλίου 1913, με άλλα λόγια δεν ήταν ο βουλγαρικός στρατός εκείνος που άρχισε πρώτος τις μαζικές σφαγές ενόπλων αιχμαλώτων και αμάχου πληθυσμού, αλλά ο ελληνικός.


Λεπτομέρειες των όσων έγιναν στην περιφέρεια του Κιλκίς και στην ίδια την πόλη μας δίνει το Carnegie Rapport, το οποίο μας πληροφορεί ότι η πόλη του Κιλκίς ήταν μία ευημερούσα πολίχνη αριθμώντας 13.000 κατοίκους και αποτελούσε το κέντρο μίας αποκλειστικά σλαβόφωνης περιοχής.

Ο αριθμητικά υπέρτερος ελληνικός στρατός κατέλαβε την πόλη του Κιλκίς στις 4 Ιουλίου 1913, σύμφωνα δε με τις μαρτυρίες που είχε η διεθνής επιτροπή από Βούλγαρους ιερωμένους, ο βουλγαρικός στρατός στην υποχώρησή είχε ήδη εγκαταλείψει την πόλη και το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού την εκκένωσε μία ημέρα νωρίτερα, δηλαδή στις 3 Ιουλίου.

Επειδή η πόλη του Κιλκίς ήταν μία ανοχύρωτη πόλη ο βομβαρδισμός του ελληνικού πυροβολικού πριν από την κατάληψή της ήταν μέτριος και οι λίγες οβίδες πυροβολικού έπεσαν, πιθανώς κατά λάθος, στο ορφανοτροφείο και στο παραπλεύρως κείμενο γαλλικό νοσοκομείο προκαλώντας φωτιά σε 4-5 γειτονικά σπίτια. Οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι η πόλη του Κιλκίς στις 4 Ιουλίου, ημέρα εισόδου του ελληνικού στρατού, ήταν ουσιαστικά άθικτος, όταν δε την επισκέφτηκε η διεθνής επιτροπή δεν βρήκε παρά μόνο καμένα ερείπια.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Από το τηλεγράφημα που δημοσιεύθηκε στην βρετανική εφημερίδα “Daily Mail”, μεταξύ των άλλων αναφέρεται:
«...ειδήσεις ληφθείσες εν Θεσσαλονίκη, περί της μάχης της Γευγελής και της διελεύσεως του βουλγαρικού στρατού δια των χωρίων της ουδετέρας ζώνης μεταξύ Δοϊράνης Γευγελής και Γουμενίσσης παρέχουν λεπτομερείας τρομακτικάς περί της τύχης ήτις επεφυλάχθη εις τους Σέρβους αιχμαλώτους και τον πληθυσμόν των περιφερειών τούτων. Οι Βούλγαροι επυρπόλησαν τα χωρία Στογιάκοβο, Γκουβέζνα, Σωχό και Μπέροβον και έσφαξαν τους εις αυτά απομείναντας γέροντας και τα γυναικόπαιδα»


Ευρωπαίοι παρατηρητές επιβεβαιώνουν ότι οι Έλληνες στρατιώτες απομάκρυναν από κάθε σπίτι όσους κατοίκους είχαν απομείνει, στην συνέχεια λεηλατούσαν το σπίτι και το έκαιγαν. Με την κατάληψη του Κιλκίς ο ελληνικός στρατός έκαψε συνολικά 40 χωριά και 4725 σπίτια η κτίρια, στο πόρισμα δε της διεθνούς επιτροπής αναφέρονται λεπτομερειακά τα ονόματα των χωριών που κάηκαν και ο αριθμός των σπιτιών που καταστράφηκαν. Για την ολοκλήρωση της καταστροφής ο ελληνικός στρατός χρησιμοποίησε βασιβουζούκους Τούρκους, εγκαινιάζοντας την μέθοδο που χρησιμοποίησε και ο βουλγαρικός στρατός 9 μέρες αργότερα, για την καταστροφή του Δοξάτου.

Στα χέρια της επιτροπής εδόθη στο Κιλκίς κατάλογος 74 ατόμων για τα οποία πιστεύονταν ότι φονεύθηκαν από τον ελληνικό στρατό, από τα άτομα αυτά τα περισσότερα ήταν γυναίκες και 11 μωρά
Το μέγιστο τμήμα των 100.000 Μακεδόνων προσφύγων δεν ήρθε σε επαφή με τον ελληνικό στρατό και για τον λόγο αυτό δεν ήταν σε θέση να δώσουν πληροφορίες στην διεθνή επιτροπή στη Σόφια, σχετικά με προσωπικές τους εμπειρίες, με εξαίρεση αυτούς που ξέφυγαν από το χωριό Akangeli.







ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : «...συνελήφθησαν εν Κιλκίς 100 αιχμάλωτοι. Πάντες οι κάτοικοι είχον αναχωρήσει την προτεραίαν. Η πόλις εκάη. Ο φρούραρχος κ. Μαζαράκης έσωσε την Σχολήν και το Ορφανοτροφείον.
Ο Περ Μισέρ και η ηγουμένη εσώθησαν. Ουδεμία εκ μέρους του στρατού αταξία εγένετο.

Καθολικός ιερεύς αναφέρει μετά φρίκης τας κρεουργήσεις χιλιάδων Μωαμεθανών εις όλα τα περίχωρα, ένθα μένουν μόνον γυναίκες τινες. Οι Τούρκοι Κιλκίς χίλιοι περίπου δεν υπάρχουν εξαφανισθέντες παρά των Βουλγάρων».

Στο χωριό Akangeli είχαν συγκεντρωθεί 4.000 πρόσφυγες προσπαθώντας να διαφύγουν στην Βουλγαρία, εκεί δε τους πρόλαβαν στις 6 Ιουλίου 300 άνδρες του ελληνικού ιππικού. Ο αξιωματικός του ιππικού αποδέχθηκε την παράδοσή των προσφύγων και τους διέταξε να παραδώσουν τα λίγα όπλα που είχαν μαζί τους, στην συνέχεια οι πρόσφυγες προσέφεραν στους στρατιώτες ψωμί και τυρί για την διατροφή τους. Αμέσως μετά την παράδοση των προσφύγων οι Έλληνες διαχώρισαν 60 άνδρες, τους οποίους οδήγησαν σε ένα παρακείμενο δάσος, από τότε χάθηκε κάθε ίχνος των ανδρών αυτών.

Αυτόπτες μάρτυρες βεβαίωσαν ότι οι Έλληνες στρατιώτες την άλλη μέρα άρχισαν να προβαίνουν σε φόνους, βιασμούς γυναικών και αφαίρεση χρημάτων. Η επιτροπή αναφέρει ότι δεν ήταν σε θέση να εξακριβώσει τον ακριβή αριθμό των προσφύγων που σφάγιασε ο ελληνικός στρατός στο χωριό Akangeli. Στην Σόφια εδόθη στην επιτροπή ένας κατάλογος 365 ατόμων, προερχομένων από γειτονικά χωριά, για τους οποίους πίστευαν ότι σφαγιάσθηκαν στο χωριό Akangeli.

Ένας ευρωπαίος αυτόπτης μάρτυρας στο Γευγελή κατέθεσε στην επιτροπή ότι ο ελληνικός στρατός κατά την είσοδό του στο Γευγελή εκτέλεσε 200 Βούλγαρους πολίτες, σύμφωνα δε με μαρτυρίες Μακεδόνων προσφύγων στην Σόφια ο ελληνικός στρατός εκτέλεσε στα χωριά Κίρτσεβο και Γκέρμαν πολλούς πολίτες, πιθανώς μερικές εκατοντάδες.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η αναφορά γίνεται από τη Γαλλική Σχολή και το Καθολικό Ορφανοτροφείο Κιλκίς, το οποίο λόγω της διαμονής σε αυτό γυναικοπαίδων και Γάλλων ιερέων δεν κάηκε από τους αναχωρούντες Βούλγαρους κατοίκους.

Οι πληροφορίες αυτές για τη σφαγή των Μουσουλμάνων, της πόλης Κιλκίς, είναι διασταυρωμένες.

Ο αναφερόμενος στο δημοσίευμα ως Περ Μισέλ, ήταν ο ιερέας Γουσταύος Μισέλ (GustaveMichel) υπεύθυνος της καθολικής αποστολής στο Κιλκίς κατά την περίοδο 1912-13.
Μάλιστα ο καθολικός ιερωμένος έγραψε στη γαλλική εφημερίδα «Le Temps» για τις φρικαλεότητες τις οποίες έζησε στην πόλη του Κιλκίς κατά την βουλγαρική κατοχή.

Στο δημοσίευμα δεν δίστασε να αναφέρει την πυρπόληση του Μουσουλμανικού Τέμενους της πόλης Κιλκίς (βρισκόταν στην βόρειο ανατολική πλευρά του, όπου αργότερα στο χώρο κτίστηκε ένας μύλος), με αποτέλεσμα να καούν ζωντανοί περί τους επτακοσίους μουσουλμάνους.



Τις τελευταίες αυτές πληροφορίες η επιτροπή δεν ήταν σε θέση να τις επιβεβαιώσει, ένα σημαντικό στοιχείο που επαληθεύει με τον τρόπο του τις καταθέσεις των Μακεδόνων προσφύγων για ακρότητες των Ελλήνων στρατιωτών αποτέλεσε το περιεχόμενο ενός ελληνικού στρατιωτικού σάκου που κυρίεψαν οι Βούλγαροι στις 14 Ιουλίου 1913 στο χωριό Ντομπρίνιτσε της περιφέρειας Ράτλογκ.

Οι επιστολές αυτές, στις οποίες φαίνονταν ευκρινώς τα ονόματα των αποστολέων και των παραληπτών, ήταν αυθεντικές διότι, όπως αναφέρει η διεθνής επιτροπή, έφεραν ακόμα ευδιάκριτα τις σφραγίδες της στρατιωτικής μονάδας των στρατιωτών. Το μεγαλύτερο τμήμα των επιστολών αυτών περιείχε πληροφορίες άνευ σημασίας για το έργο της επιτροπής, από το σύνολο των επιστολών αυτών η επιτροπή διαχώρισε 25, το περιεχόμενο των οποίων ήταν σημαντικό.
 
Στο Carnegie Rapport δημοσιεύθηκαν μερικά αποσπάσματα επιστολών τα οποία έχουν ως κάτωθι:

Με διαταγή του βασιλιά βάζαμε φωτιά σε όλα τα βουλγαρικά χωριά επειδή οι Βούλγαροι έκαψαν την όμορφη πόλη των Σερρών, Νιγρίτας και διαφόρων ελληνικών χωριών.

Εδώ βάζουμε φωτιά στα χωριά και σκοτώνουμε τους Βούλγαρους, γυναίκες και παιδιά.

Είχαμε κάνει λίγους (αιχμαλώτους), και αυτούς τους σκοτώσαμε, επειδή αυτές ήταν οι διαταγές που είχαμε.

Έπρεπε να και με τα χωριά - έτσι ήταν οι διαταγές – να σφάζουμε τους νέους και σεβόμασταν μόνο τους γέρους και τα παιδιά.

Σφάξαμε όλους τους Βουλγάρους που έπεσαν στα χέρια μας και κάψαμε τα χωριά τους,

Από τους 1.200 αιχμαλώτους που πιάσαμε στην Νιγρίτα, μόνο 41 έμειναν στις φυλακές και από όπου περάσαμε δεν αφήναμε ούτε μια απλή ρίζα από αυτήν την φυλή.

Τους βγάλαμε τα μάτια (πέντε Βούλγαρους αιχμαλώτους) ενώ ακόμα ζούσαν.



 
 


Το συμπέρασμα είναι ότι με τα στοιχεία αυτά του Carnegie Rapport, σχετικά με τις ακρότητες του βουλγαρικού και του ελληνικού στρατού, ηθική εξιλέωση των λαών μας είναι δυνατή μόνον εάν, τόσο η βουλγαρική όσο και η ελληνική κυβέρνηση ζητήσουν δημόσια συγνώμη από τους απογόνους των θυμάτων και ταυτόχρονα προβούν σε μια συμβολική υλική αποζημίωση, σαν εκδήλωση έμπρακτης μετάνοιας.

Η πορεία προς βορά του Ελληνικού στρατού στις περισσότερες των περιπτώσεων γινόταν με οδηγούς ντόπιους, ο δεκανέας Κ Λιναρδάτος περιγράφει μια τέτοια πορεία στο ημερολόγιό του:

«Εβαδίζομεν ή μάλλον εκυλούσαμεν δια μικρών δυσβάτων δρόμων με ένα Τούρκο οδηγό , άλλοτε κατεβαίνοντες 1000 μέτρα και άλλοτε ανεβαίνοντες 500, κατ΄άνδρα διεκόπτετο δε η φάλαγξ , φωναί , αλτ εκοπήκαμεν , Μόλις εγίνετο ωριαία στάσις έπεφτον όλοι ξεροί και εχρειάζοντο κλωτσιές να ξεκινήσουν. Εφώναζον , δεν ήτο δυνατόν να εννοήσουν τέλος ότι δεν έπρεπε να θορυβούν. Πολλά επάθαμεν κατά τους δύο πολέμους , αλλά ως Ρωμαίοι το στόμα δεν το εκλείομεν».


ΜΑΧΗ ΔΟΙΡΑΝΗΣ


Η Δοϊράνη παρουσιάζει φυσικά μειονεκτήματα για τον αμυνόμενο στρατό και αυτά οι Βούλγαροι προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν και έτσι μεταμόρφωσαν την περιοχή σε θέση οχυρά.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Κινήσεις του Ελληνικού στρατού.


Οι Έλληνες κινήθηκαν γρήγορα  και επιτεθήκαν χωρίς στιγμή ανάπαυσης στα υψώματα της  Δοϊράνης.

Η προέλαση των Ελλήνων την 22/5 Ιουλίου 1913 είχε τους πιο κάτω σκοπούς:

2α μεραρχία μέσω Αλεξιάς και Σνεφτσα να φτάσει στο Γκιουλεμενλή.
4η μεραρχία από Σκοπίων μέσω Ερικλή εις Μοράφτσα.
5η μεραρχία από Ερικλή προς ποταρός και τι Σούρλοβον.
3η μεραρχία δια Γιάννες και Κιλινδίρπρος Δοϊράνη.
10η μεραρχία μέσω Κρασταλής και Δολτζελή προς Χαμζαλή με στόχο την υπερφαλάγγιση της Δοϊράνης.
1η μεραρχία μέσω Κόπριβας να πορευθεί κατά μήκος του Στρυμόνα.
6η μεραρχία μέσω Καζιαλή να πορευθεί κατά μήκος του Στρυμόνα .
    7η μεραρχία να κρατηθεί σαν εφεδρεία στην γέφυρα Ορλιακό με στόχο να καταδιώξει την 11η Βουλγαρική μεραρχία.
    1η, 6η και 7η σχημάτισαν την δεξιά των Ελλήνων υπό τον στρατηγό Μανουσογιαννάκη.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Μάχη της Δοιράνης.

Οι  Βούλγαροι  αντέταξαν  αξιόλογη  άμυνα  κατά  των  ελληνικών  δυνάμεων, οι  οποίες  προχωρούσαν  για  την  απελευθέρωση  των  βορείων  μας  συνόρων, μετά  τη  νίκη  του  Κιλκίς - Λαχανά.

Η μάχη άρχισε την 23/6 Ιουλίου 1913 η 3η συνάντησε τους Βουλγάρους στο Κιλιντίρ, στην αρχή το εχθρικό πυροβολικό ανέκοψε την Ελληνική προέλαση, άλλαξε όμως η κατάσταση μόλις έφτασε η 5η μεραρχία, η 10η μεραρχία κινήθηκε και αυτή  και μετά από πολύωρη μάχη οι Βούλγαροι εκκένωσαν την Δοϊράνη την πόλη κατάλαβε η 3η μεραρχία  το βράδυ της 23/6 Ιουλίου 1913 κυριευθήκαν 12 τηλεβόλα τα οποία ήταν ήδη γομωμένα και ήταν έτοιμα για πυρ πράγμα που φανερώνει την σπουδή της Βουλγαρικής υποχώρησης και μεγάλες ποσότητες εφοδίων, πιάστηκαν δε πολλοί αιχμάλωτοι.


Ο Κ Πράις που ρώτησε ένα Βούλγαρο λοχία έλαβε την πιο κάτω απάντηση:

«Εκ του λόχου μου ο μεν λοχαγός εφονεύθη, οι άλλοι αξιωματικοί επληγώθηκαν, αυτός δε και εξ στρατιώται μόνο απεσώθησαν παραδοθέντες.»

Οι απώλειες των Βουλγάρων ήταν τρομακτικές σε κάποιο σημείο ολόκληρος λόχος πολυβόλων με τον αξιωματικό τους συνελήφθη αιχμάλωτος.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Δημοσίευση στο ΣΚΡΙΠ της ελληνικής νίκης στην Δοιράνη.

Στην υποχώρησή τους οι «Πρώσοι των Βαλκανίων» πετούσαν τις εξαρτήσεις τους  δες πως μεταδίδει το γεγονός ο Κ Πράις: 

«Αι προς την πόλιν προσβάσεις ήσαν εσπαρμέναι με διάφορα είδη στρατιωτικής εξαρτύσεως, τα οποία είχον απορριφθή ως παρακωλύοντα την φυγήν. Τα βουνά και αι πεδιάδες, το μονοτόνως φαιόν χρώμα …Ηατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής ήσαν εστρωμέναι χιλιάδες κενών καλύκων , οι οποίοι εμαρτύρουν περί της αντιταχθείσης κατά των προελαυνόντων Ελλήνων αγρίας αντιστάσεως, ενώ σμήνη των πτωματοβόρων ορνέων ήρχισαν ήδη να μαυρίζουν εις τον ουρανόν….Το Σλαυικόν όνομα , δια του  οποίου είχεν επιγραφή το Σταθμαρχείον, διαφένετο ακόμη από το πρώτον επίχρησμα της ασβέστου, οι πελώριοι τοίχοι των Βουλγαρικών αποθηκών απέκλειον την θέαν της λίμνης, εκατοντάδες Βουλγάρων αιχμαλώτων ανέμενον την μεταφοράν των εις Θεσσαλονίκην, και σωροί εχθρικών τυφεκίων , τα οποία είχον παύσει το φονικόν των κακκάρυσμα, απέκειντο επί του εδάφους…..έβλεπε τις επίσης Τούρκους , οι οποίοι εξ ιδίας των πρωτοβουλίας έφερον ύδωρ προς τα διψώντα στρατεύματα ….».

Ο Κ Πράις είχε και μια συνάντηση με τον Κωνσταντίνο στο πεδίο της μάχης και ο Βασιλιάς του είπε:

«Αι ! Τι φρονείται λοιπόν για τους στρατιώτας μου; Λαμπροί Αι;  Αληθινά είναι θαυμάσιοι , πολέμησαν σαν λιοντάρια. Θυμάσθε  που μου είπατε εις την Θεσσαλονίκην ότι οι στρατιώται μου δεν μπορούσαν να αντιπαραταχθούν με τους Βούλγαρους;…..»
«Η γνώμη μου είναι Μεγαλειότατε ότι καταπλήξατε όλον τον κόσμον και πολύ περισσότερον τους Βουλγάρους. Αλλ αι απώλειαί σας πρέπει να είναι πολύ μεγάλαι.»
«Ατυχώς ναι. Εχάσμε αρκετούς άνδρας 10.000 έως τώρα και μες σ αυτούς 200 αξιωματικούς και 7 διοικητάς συνταγμάτων ΑΛΛΑ ΤΟ ΑΞΙΖΕ. Για φανταστήτε ! Μόλις πέρασε μια βδομάδα που οι Βούλγαροι προσέναλαν τις προφυλακές μας και σήμερα είμεθα εις την Δοϊράνη με τον εχθρόν εν πλήρει υποχωρήσει. ….»





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Δημοσίευση του Αθηναικού τύπου για την νίκη στην Στρώμνιτσα.

ΜΑΧΗ ΣΤΡΩΜΝΙΤΣΑΣ



Οι Βούλγαροι υποχωρήσαντες από την Δοϊράνη, οργάνωσαν αντίσταση με στην φύσει οχυρά θέση Ράπροβον.




Η 3η μεραρχία βάδιζε όπως είπαμε έχοντας δεξιά την 5η μεραρχία μέσω Ταρταρλή , Καζαλή και Ορμανλή προς Στρωμνιτσα..
Η 2α δια της κορυφής 1063
Ξ 4η δια της κορυφής 1494 προς Στρώμνιτσα.

Την 24/7 Ιουλίου 1913 η 3η και η 5η συγκρούστηκαν στο Ράμποβο και Ορμανλή με τους Βουλγάρους σε συνθήκες αφορήτου ζέστης.
Η 2α πραγματοποίησε την κατάληψη της κορυφής 1063
Η 4η έφτασε στο Κορμπάτζμπαση νικώντας τους Βουλγάρουςστο Ζλεζόβο .


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο ελληνικός στρατός στην Στρώμνιτσα.

Η 2α προχώρησε να βοηθήση την 5η και το βράδυ προοθήθηκε το πυροβολικό.
Την 25/8 Ιουλίου 1913    οι Έλληνες επιτέθηκαν με την βοήθεια του πυροβολικού και ο εχθρός υπεχώρησε από την Στρώμνιτσα . κυριέυθησαν  25 τηλεβόλα 400 άμαξες της μεταγωγικής υπηρεσίας και εφόδια (δηλαδή ολόκληρο το πυροβολικό και την μεταγωγική υπηρεσία μιας μεραρχίας) και ο Ελληνικός στρατός μπήκε στην πόλη την 26/9 Ιουλίου 1913.

ΧΟΛΕΡΑ



Οι Βούλγαροι υποχωρούντες από το Χατζή Μπεηλίκ , μετέδωσε ο στρατός τους, στους κατοίκους χολέρα, αμέσως πάρθηκαν αυστηρότατα μέτρα για την μη εξάπλωση της επιδημίας , έγινε αντιχολερικός ορρός και εμβολιάστηκε το σύνολο του στρατού. Δεν  παρατηρήθηκαν πολλοί θάνατοι από χολέρα στον Ελληνικό στρατό, απ όπου περνούσαν οι Βούλγαροι μετέδιδαν την ασθένεια.

Σε όλη την διάρκεια της εκστρατείας οι Έλληνες έχασαν  540 άνδρες από διάφορες νόσους, ο μόνος που απέθανε από την νόσο της χολέρας Έλληνας αξιωματικός ήταν ένας του επιτελείου που αρνήθηκε να εμβολιαστεί και πέθανε στο Χατζή Μπεηλίκ.
Τα σερβικά στρατεύματα αποδεκατισθήκαν από την  Χολέρα.

Ας δούμε τι έλεγε ένα κάτοικος της Β Ρωμυλίας :
«Όταν ξέσπασε ο Βαλκανικός πόλεμος, στη Ραιδεστό στέλνανε οι Τούρκοι τους πληγωμένους και τους αρρώστους του Λουλέ – Μπουργκάς. Δεν άργησε να κολλήσει όλ’ η πολιτεία χολέρα. Τα θύματα είτανε πολλά κάθε μέρα.»

 

ΣΙΔΗΡΟΚΑΣΤΡΟ (ΔΕΜΙΡ ΙΣΑΡ)

Την 4/17 Ιουλίου η γέφυρα του Στρυμόνος επισκευάστηκε.
Στο Σιδηρόκαστρο είχαν συγκεντρωθεί όλα τα ανατολικά του Στρυμόνα βουλγαρικά τμήματα (44 Τάγματα) μετά την αγγελία της ήττας των Βουλγάρων στις μάχες του Κιλκίς και Λαχανά.

Στις 26 Ιουνίου η έβδομη και έκτη Μεραρχία (δηλ. τμήματα της στρατιάς του Μανουσάκη) επιτέθηκαν εναντίον των Βουλγάρων και έδωσαν σκληρή μάχη που κατέληξε στις 27 Ιουνίου σε νίκη των Ελληνικών Μεραρχιών.

Στο μεταξύ πριν φύγουν οι Βούλγαροι από την πόλη έδειξαν για μια ακόμη φορά όλη την εκδικητική τους μανία στον άμαχο πληθυσμό. Έσφαξαν το Μητροπολίτη Σιδηροκάστρου, 2 ιερείς, 100 προκρίτους και πολλά γυναικόπαιδα. Ο Μητροπολίτης μάλιστα βρέθηκε από τους Έλληνες φριχτά ακρωτηριασμένος. Του είχαν αφαιρεθεί οι τρίχες του προσώπου και του κεφαλιού, πράγματα που προδίδουν το φρικτό μαρτύριο προ του θανάτου του.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Γελοιογράφια που δείχνει τον ρόλο της Ρουμανίας (KLEPTOROUMANIA), όταν ήδη οι βουλγαρία είχε χάσει τον πόλεμο από τους Έλληνες και τους Σέρβους .


Ο μέραρχος της έκτης Μεραρχίας Νικόλαος Δελαγραμμάτικας απέστειλε το ακόλουθο τηλεγράφημα στο Στρατηλάτη Κωνσταντίνο:

«Ο Βούλγαρος λοχαγός της χωροφυλακής Μίκτα Μίλεγκώφ με την υπόδειξη τριών βουλγαρόφωνων κατοίκων συνέλαβε το Μητροπολίτη Κωνσταντίνο, τον ιερέα Παπασταύρο, τον προύχοντα Θωμά Παπαζαχαρίου και πλέον των εκατό άλλων ομογενών, του οποίους έκλεισε στον περίβολο της βουλγαρικής Σχολής. Όλους αυτούς τη νύχτα της 25ης προς 26 τρέχοντος μηνός (1913) Βούλγαροι στρατιώτες και χωροφύλακες τους σκότωσαν.

Αγγάρεψαν, μάλιστα, Τούρκους χωρικούς και τους έθαψαν στον περίβολο της Σχολής, έξω από τον ανατολικό μαντρότοιχο αυτής. Ο αξιωματικός του επιτελείου μου διέταξε την εκταφή αυτών για να βεβαιωθεί για το αποτρόπαιο γεγονός. Πράγματι, σε βάθος πλέον των δύο μέτρων βρέθηκαν μαζεμένα τα πτώματα αυτών που έσφαξαν. Εκτός από τις σφαγές, αξιωματικοί αλλά και στρατιώτες του βουλγαρικού στρατού βίασαν πολλές παρθένους. Μία, μάλιστα, από αυτές, ονομαζόμενη Αγαθή Θωμά, κόρη κηπουρού, αντιστάθηκε και την έσφαξαν».




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Νικόλαος Δελαγραμμάτικας.

Ας δούμε μια μαρτυρία σχετικά με τα γεγονότα στο Σιδηρόκαστρο, από κατοίκους του χωριού Δαρνακοχώρια:


"Κομιτατζήδες, χωροφύλακες και στρατός, με την έναρξη των εχθροπραξιών, στο Λαχανά, άρχισαν να καταπιέζουν τον ελληνικό πληθυσμό. Οι κάτοικοι της πόλης στην αρχή κλεινόταν μέσα στα σπίτια τους και απέφευγαν την κυκλοφορία. Από τα χωριά, έφθαναν οι πληροφορίες στα ξένα προξενεία της πόλης αλλά και στο ελληνικό, ότι η επαρχία περνά δύσκολες στιγμές κυρίως από τους κομιτατζήδες. Δόθηκαν οδηγίες σε πολλά χωριά, γειτονικά των Σερρών, από ανθρώπους του Προξενείου να έρθουν στην πόλη και να προμηθευτούν όπλα, με σκοπό επιστρέφοντας στα χωριά τους να μπορούν να αμυνθούν.

Τρία χρόνια πιο μπροστά οι κάτοικοι είχαν όλοι σχεδόν όπλα, αλλά με το περιβόητο τουρκικό σύνταγμα, που θα έφερνε ειρήνη. στους κατοίκους της Μακεδονίας, οι κάτοικοι υποχρεώθηκαν να παραδώσουν στις Τουρκικές αρχές τα περισσότερα όπλα. Έτσι τώρα που χρειάστηκαν τα όπλα, βρέθηκαν σχεδόν άοπλοι.

Πώς όμως θα μετέβαιναν στα Σέρρας που ήταν βουλγαροκρατούμενα γεμάτο κομιτατζήδες; Ασφαλώς μια τέτοια ενέργεια ήθελε τόλμη και παλικαριά. Τελικά με πολλές προφυλάξεις αρκετοί νέοι τόσο από το χωριό μας, όσο και από τα άλλα κοντινά χωριά κατόρθωσαν να μπουν στην πόλη των Σερρών.






Εκεί έβλεπαν ότι επικρατούσε χάος. Πολλοί κάτοικοι των Σερρών άφηναν τα σπίτια τους και όλα τα υπάρχοντα τους και έφευγαν προς νότο στα καμποχώρια που υπήρχε λιγότερος κίνδυνος, αφού τα χωριά αυτά γειτόνευαν με το Στρυμόνα που προσπαθούσε να περάσει ο ελληνικός στρατός.
Ήταν οι ημέρες που ο αγώνας είχε κριθεί πλέον υπέρ των Ελλήνων. Οι Βούλγαροι όμως για να μην τους χτυπήσουν ελληνικές ανταρτικές ομάδες ή και στρατός, πήραν μαζί τους αρκετούς Σερραίους ομήρους και τους είχαν σαν ασπίδα για να προφυλαχτούν από τα πυρά των Ελλήνων.
Οι συγχωριανοί μας και οι άλλοι των γειτονικών χωριών πήραν εντολή να γυρίσουν όσο το δυνατόν στο χωριό τους οπλισμένοι γιατί κάθε ώρα καθυστέρησης ήταν σε Βάρος του ελληνικού πληθυσμού.

Είναι αλήθεια ότι όλοι τους βρήκαν διάφορα όπλα, αλλά δεν είχαν όμως πολλές σφαίρες παρά 2-3 ο καθένας. Είχαν όμως αρκετές σφαίρες στο χωριό και έτσι θα λυνόταν το πρόβλημα. Μέσα στην πόλη κυριαρχούν οι Βούλγαροι. Ο βουλγαρικός στρατός οπισθοχωρώντας ανέβαινε τα υψώματα Ελαιώνα - Βρόντου και ο πιο πολύς φαινόταν προς τη μεριά του Σιδηροκάστρου όπου μέσου των στενών του Ρούπελ θα τους έβγαζε γρηγορότερα στη Βουλγαρία.

Τα παλικάρια του χωριού μας, αποφάσισαν να φύγουν για το χωριό μας όχι όμως από τα βόρεια των Σερρών, αλλά από τα νοτιοανατολικά, που δεν παρατηρούνταν πολλές κινήσεις κομιτατζήδων.

Με τα όπλα στα χέρια και καλυμμένοι από τις Καλαμιές και τα ψηλά χόρτα, προχωρούσαν αργά - αργά και πλησίαζαν στον ποταμό Αη γιάννη. Εν τω μεταξύ επειδή έβλεπαν ότι δεν κυκλοφορούσε ούτε ψυχή στον κάμπο και δεν υπήρχε κίνδυνος είχαν βάλει οι πιο πολλοί χιαστί τα όπλα στους ώμους και άρχισαν να περνούν τον ποταμό.

Το Βουλγαρικό πυροβολικό άρχισε να βομβαρδίζει μέσα στην πόλη και άρχισαν να υψώνονται οι πρώτες φλόγες και οι καπνοί. Σταμάτησαν στις όχθες του ποταμού και παρακολουθούσαν το οικτρό θέαμα. Μέσα στην πόλη είχαν κρυφτεί αρκετοί χωροφύλακες του αστυνομικού Διευθυντή Καραγκιοζίεφ, ενώ πολλοί κομιτατζήδες που ήσαν έξω στην πόλη, όρμησαν μέσα και ρίχνοντας πετρέλαιο στα σπίτια και στους δρόμους άρχισαν να πυρπολούν στην πόλη. Από ψηλά δε τους λόφους τα κανόνια του Γενικού Διοικητού Μακεδονίας των Βουλγάρων Βουλκόφ, σκότωναν αδιακρίτως όποιον εύρισκαν, άνδρα, γυναίκα, μικρόν, μεγάλο.



 
Οι συγχωριανοί μας που αναφέραμε στην αρχή μαζί με άλλους χωρικούς των διπλανών χωριών, δύο από την Πεντάπολη (ο ένας λεγόταν Πρανδέκας) ένας από την Τούμπα και δύο από το Άγιο Πνεύμα, κάποια στιγμή, ενώ δόθηκε το σύνθημα να ξεκινήσουν για τα χωριά τους, βρέθηκαν ξαφνικά περικυκλωμένοι από μια ισχυρή ομάδα κομιτατζήδων. Δεν πρόλαβαν καθόλου να προβάλουν καμία αντίσταση. Μέσα από τις καλαμιές βγήκαν οι Βούλγαροι και τους αφόπλισαν, ενώ άλλοι απ’ αυτούς άρχισαν να φωνάζουν και να τρέχουν προς νότο κυνηγώντας άλλους Έλληνες. Τι είχε γίνει; Όταν ξεκίνησαν από τα Σέρρας τα παλικάρια είχαν χωριστεί σε δύο ομάδες. Η μία,  ομάδα με 13 άτομα πήγαινε μπροστά και αρκετά μέτρα πίσω ακολουθούσε άλλη ομάδα από 5-6 άτομα, μεταξύ των οποίων, ήταν ο Αδάμ Βελλής και ο Χριστόδουλος Τόμπουλος, από το χωριό μας.

Η δεύτερη ομάδα αντελήφθηκε τις ύποπτες κινήσεις και κατάλαβαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Σταμάτησαν και κρύφτηκαν μέσα στα χόρτα. Όταν είδαν όμως ότι έτρεχαν κατά επάνω τους οι Βούλγαροι, έριξαν από μια δυο σφαίρες και το έβαλαν στα πόδια προς νότο, γιατί για να δώσουν μάχη ήταν αδύνατο, εφόσον δεν είχαν μαζί τους πολλές σφαίρες.

Οι Βούλγαροι βλέποντες ότι οι Έλληνες ήσαν αποφασισμένοι να δώσουν μάχη και μη γνωρίζοντες ότι δεν είχαν πυρομαχικά, τους άφησαν να φύγουν.

Η δεύτερη ομάδα προχώρησε νότια, προς το Νεοχώρι. Μόνο ένας έμεινε κρυμμένος μέσα στις καλαμιές, ο Βελλής και παρακολουθούσε τις κινήσεις των Βουλγάρων, βλέποντας να οδηγούν τούς φίλους του και συγχωριανούς του προς την ορεινή περιοχή των Σερρών, μη μπορώντας να προσφέρει Βοήθεια.



 
Το βράδυ από μονοπάτια που ήξερε αυτός, έφτασε στο χωριό μας και ειδοποίησε τους χωρικούς για το κακό που τους βρήκε. Γιατί ήταν βέβαιο ότι αποκλείονταν να γλιτώσουν από τα χέρια των κομιτατζήδων. Οι οικογένειες των παλικαριών δεν μπορούσαν να έχουν κι αυτές καμία πληροφορία, γιατί ήταν οι ημέρες που οι Βούλγαροι οργίαζαν στην πόλη των Σερρών. Ύστερα από τέσσερις ημέρες τελικά, όταν στην πόλη των Σερρών έμπαιναν τα πρώτα ελληνικά τμήματα, κατόρθωσαν να πάνε στα Σέρρας για να ψάξουν να μάθουν για την τύχη των συλληφθέντων. Το αποτέλεσμα ήταν γνωστό. Είχε μαθευτεί ότι στο δρόμο προς τον Ελαιώνα υπάρχουν δεκάδες πτώματα Ελλήνων. Πολλοί συγγενείς των αγνοουμένων έψαχναν να βρουν τους δικούς τους. Μέσα στα θύματα ήσαν αρκετά γνωστά ονόματα της κοινωνίας των Σερρών, όπως ο Φωκάς, ο Σταμούλης και άλλοι. Και μεταξύ αυτών και τα παλικάρια του χωριού μας, αγνώριστα από τη Βάρβαρο μεταχείριση. Και δεδομένου ότι ήταν και καλοκαίρι, τα πτώματα αυτών πολύ δύσκολα αναγνωρίστηκαν από τους οικείους τους, αφού είχε αρχίσει η σήψη."

 

Η εφημερίδα CORRIERE DE LA SERA στις 18 Ιουλίου 1913 έγραφε: 

«Οι Βούλγαροι διέτρεχαν τας οδούς φέροντες μεθ’ εαυτών δοχεία βενζίνης και πετρελαίου, βρέχοντες δε τας οδούς και ραντίζοντας τας οικίας έθεταν ακολούθως πυρ. Αυτός ο αρχηγός της χωροφυλακής εθεάθη περιφερόμενος ανά την πόλην και μεταδίδων το πυρ. Αι Σέρραις ήσαν πλούσια πόλης έχουσα 30.000 κατοίκους, τώρα είναι σωρός ερειπίων. Αποτέλεσμα ήταν από τις 6.000 οικίες να καταστραφούν 4.050 και από τις 21 εκκλησίες να καούν οι 18».



ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ



Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος επιθυμούσε να συντονίζει από μεγάλη απόσταση την κίνηση 8 με 10 μεραρχιών χωρίς ενδιάμεσα κλιμάκια διοίκησης.
 
Ήθελε δηλαδή να κυβερνά τον στρατό του και αυτό το εννοούσε με τον πιό απόλυτο  τρόπο.

Δεν οργανώθηκαν Σώματα στρατού στον ήδη ογκώδη ελληνικό στρατό, Στην πράξη όλα ξέφευγαν από την κεντρική διοίκηση και οι μονάδες φαινόταν να κινούνται σχεδόν χωρίς σχέδιο, να καταδιώκουν δηλαδή τον εχθρό και να τον εκτοπίζουν, όπου τον συναντούσαν δια της λόγχης.


Επαναλαμβανε δηλαδή ο Κωνσταντίνος ότι και στον πόλεμο του 1897

ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΣΕΡΡΩΝ



Μετά τις ιστορικές μάχες του Κιλκίς και Λαχανά, ο βούλγαρος διοικητής των Σερρών, στρατηγός Βουλκώφ έλαβε διαταγή να εγκαταλείψει την πόλη με όλες τις βουλγαρικές αρχές και να φύγει προς τη Σόφια. Πραγματικά την 21η Ιουνίου ο Βουλκώφ μπροστά στο φόβο της προέλασης του Ελληνικού Στρατού που είχε φθάσει στην αντίπερα όχθη του Στρυμόνα, εγκατέλειψε τις Σέρρες και έφυγε προς το Σιδηρόκαστρο, όπου είχε πληροφορηθεί ότι κατευθυνόταν οπισθοχωρώντας ο Βουλγαρικός στρατός.


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ελληνικός Στρατός 1913  στον Στρυμόνα ποταμό.

Πριν εγκαταλείψουν οι Βούλγαροι την πόλη των Σερρών κατέστρεψαν και τις γέφυρες του Στρυμόνα, επιβραδύνοντας έτσι την προέλαση του Ελληνικού στρατού, ο οποίος δεν μπόρεσε να ελευθερώσει την πόλη. Οι Σέρρες ανυπεράσπιστες αφέθηκαν στο έλεος των άγριων κομιτατζήδων, που επανέλαβαν και εδώ την τακτική τους της σφαγής αθώων κατοίκων και της πυρπόλησης της πόλης. Κάηκαν τότε 18 περίπου εκκλησίες και σφάχτηκαν εκατοντάδες Σερραίων.

 Οι σκηνές αυτές της φρίκης συνεχίστηκαν μέχρι το απόγευμα της 28ης Ιουνίου, οπότε οι Βούλγαροι άρχισαν να φεύγουν προς τη Σόφια, γιατί έφτανε η είδηση περί προέλασης του Ελληνικού στρατού. Φεύγοντας όμως συνέλαβαν πολλούς προκρίτους της πόλης, το Γυμνασιάρχη Παπαπαύλου, το γιατρό Χρυσάφη, το φαρμακοποιό Φωκά, το διευθυντή της Τράπεζας Αθηνών Σταμούλη κ.α. Τα πτώματά τους βρέθηκαν αργότερα στο δρόμο προς το Λιμπούνοβο.

Στο μεταξύ ο ελληνικός στρατός, αφού με πολύ κόπο κατόρθωσε να επιδιορθώσει τη γέφυρα του Στρυμόνα, άρχισε την προέλασή του προς τις Σέρρες. Το μεσημέρι της 29ης Ιουνίου 1913 μπήκε στις Σέρρες, που είχε παραδοθεί από τους Βουλγάρους στις φλόγες και απελευθέρωσε τις Σέρρες από το διπλό ξενικό ζυγό.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Έτσι παρέδωσαν την πόλη των Σερρών  η κομιτατζήδες.


Με την ένδοξη περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων του 1912-13 συμπίπτει και η Συγκρότηση της Χ’ Μεραρχίας, της οποίας έδρα είναι η πόλη των Σερρών.

Η Χ’ Μεραρχία συγκροτήθηκε κατόπιν διαταγής του Βασ. Κωνσταντίνου την 22α Μαρτίου του 1913, δηλαδή λίγο πριν την κήρυξη του πολέμου κατά των Βουλγάρων.    H X’ Μεραρχία ανέπτυξε λαμπρή δράση στον Ελληνοβουλγαρικό Πόλεμο του 1913 και πρόσφερε άφθονο αίμα για την ολοκληρωτική απελευθέρωση της Μακεδονίας. Οι απώλειές της κατά το Β’ Βαλκανικό Πόλεμο ήταν 17 νεκροί και 38 τραυματίες αξιωματικοί και 239 νεκροί και 914 τραυματίες οπλίτες.

            Η ταχύτατη Ελληνική προέλαση υποχρέωσε την 11η Βουλγαρική μεραρχία να αποσυρθεί προς Νευροκόπι.

Την 22/5 Ιουλίου 1913 η κύρια στρατιά των Βουλγάρων εγκατέλειψε τις Σέρρες και απεσύρθη στο Πόρνα, μετά 6 ημέρες μια άτακτη Βουλγαρική ομάδα με τηλεβόλα μπήκε ξανά στις Σέρρες και προέβει σε λεηλασίες, σφαγές και βδελυρότητες.

Για το γεγονός αυτό ο Κ Πράις γράφει:

«Η δήωσις των Σερρών ρίπτει απαίσιον φως επί του Βουλγαρικού χαρακτήρος, και εάν πρόκηται μα αν εύρωμεν άλλο εφάμιλλον γεγονός εις την ιστορίαν των νεωτέρων χρόνων , τούτο μας παρέχει η καταστροφή του Κνιάζεβατζ, την οποίαν διέπραξεν ο Βουλγάρικος στρατός όταν ενήργει κατά των Σέρβων».





Ο Μέραρχος (αντιστράτηγου Ναπολέοντος Σωτήλη) έστειλε τηλεγράφημα στο στρατιωτικό επιτελείο στη Δοϊράνη ζητώντας επειγόντως βοήθεια: «Η πόλη των Σερρών εκάη ολόκληρος εξαιρέσει τουρκικής και εβραϊκής συνοικίας. Αγορά εκάη επίσης. Πλήθος γυναικοπαίδων ευρέθησαν φονευμένα ή απηνθρακωμένα εντός των οικιών. Πόλις στερείται εντελώς άρτου. Απόλυτος ανάγκη ληθώσι μέτρα συντόμως προς διατροφήν πληθυσμού. Αστεγοι υπερβαίνουσι 20 χιλιάδας.».

Ο Σωτήλης μπήκε στις Σέρρες την 28/11 Ιουλίου 1913 και οι Βούλγαροι συγκεντρώθηκαν στην Ζέρνοβα.

Οι Έλληνες μετά τριήμερο μάχη 2-4/15-17 Ιουλίου 1913) κατάφερε να εκτοπίσει τους Βούλγαρους κατά την μάχη αυτή κυριέυθησαν 12  τηλεβόλα  και μετά κατέλαβαν το Νευροκόπι την 5/18 Ιουλίου 1913.


            
           
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Βουλγάρικο πυροβολικό στην Κωστάντζα. Την περιοχή υπερασπίστηκε ο στρατηγός Bakurdjiev με μικρές δυνάμεις (μια μεραρχία πεζικού). Οι ρουμάνοι είχαν αριθμητικό πλεονέκτημα, παρ όλα αυτά η μάχη κράτησε μερικές ημέρες.



Στις 27/6/1913 μπήκε στον πόλεμο η Ρουμανία και οι Βούλγαροι συμπτύχθηκαν στο Νευροκόπι, Τζουμαγιά και Κρέσνα για να περιορίσουν το μέτωπο και να εξοικονομήσουν δυνάμεις. Το δύσβατο του εδάφους και η πεποίθηση ότι η Βουλγαρία είχε ηττηθεί οδήγησε σε ριψοκίνδυνες, αποκλίνουσες πορείες την Ελληνική προέλαση, την ίδια στιγμή ο Βουλγάρικος στρατός συνέκλινε με αποτέλεσμα την απόκτηση τοπικής υπεροχής και πλεονεκτικής διάταξης από τους Βουλγάρους.

Στις 29/6/1913 μπήκε στον πόλεμο απρόσκλητη η Τουρκία.
 
Το αποτέλεσμα του πολέμου ήταν σχεδόν δεδομένο και μόνο το μεταφυσικό πείσμα και η αναζήτηση των λιγότερων επώδυνων διπλωματικών λύσεων κρατούσε ενεργή την Βουλγαρική άμυνα. Η κατάσταση δεν ήταν ευχάριστη για τους Βουλγάρους και παρουσιαστήκαν στασιαστικά κινήματα στις τάξεις του.

Στους πρόποδες του Μπέλες ο βουλγαρικός στρατός πέτυχε την πρώτη συγκέντρωση δυνάμεων μετά τις αρχικές συγκρούσεις.

Στις 30 Ιουνίου 1913, το 21ο σύνταγμα υπό την ηγεσία του Συνταγματάρχη Νικολάου Μιχαλόπουλου, έλαβε διαταγή να κατευθυνθεί προς τη Δράμα και το ίδιο βράδυ έφθασε μέχρι το σιδηροδρομικό σταθμό Αγγίστης. Την επομένη, 1η Ιουλίου, συνέχισε την πορεία του και αφού έδωσε σκληρή μάχη με τούς κομιτατζήδες κοντά στην Αλιστράτη, έφθασε στη Δράμα και την απελευθέρωσε Ιδού πώς περιγράφει τον πανηγυρισμό για την απελευθέρωση της Δράμας από τον ελληνικό στρατό ο τότε Μητροπολίτης Αγαθάγγελος: «Χαράς ευαγγέλια! Ελευθερία και Ελευθέρια εορτάζομεν από της 4 μ.μ. έν τη Δράμα. Αναπνέομεν! Ζώμεν! Κινούμεθα! Ο ελληνικός μας στρατός νικητής και τροπαιούχος είσήλθεν είς την Δράμαν. Χαρά! Αγαλλίασις, άσματα! Ελευθερία!».





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Μητροπολίτης Δράμας Αγαθάγγελος.

Στην Δράμα Μητροπολίτης ήταν ο Χρυσόστομος Καλαφάτης. «Τιτάνια η συμβολή του Χρυσόστομου Καλαφάτη, του Εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Δράμας - Σμύρνης, ο οποίος ερχόμενος στη Δράμα, σε ένα χώρο δεινώς και ανηλεώς πυρακτούμενο από ανθέλληνες, ζήτησε εν γνώσει του το σταυρό του μαρτυρίου. Καθιστάμενος από νωρίς στόχος απροσπέλαστος των κατακτητών, απομακρύνθηκε βίαια από το προσφιλές ποίμνιο του! Αλλά η Θεία Πρόνοια, η περιβάλλουσα με ιδιαίτερη στοργή το Γένος των Ελλήνων, μερίμνησε κατά τρόπο εύστοχο και σοφό για τη διαδοχή του.

Στις 13 Μαρτίου 1910, δύο ημέρες μετά την απομάκρυνση του Χρυσόστομου Καλαφάτη από τη Μητρόπολη της Δράμας, φθάνει ο Αγαθάγγελος, η έλευση του οποίου υπήρξε για τον ίδιο νέα πυρακτωμένη κάμινος, αλλά ευεργετική για το ποίμνιο του, το οποίο δοκιμαζόμενο σκληρά ουδέποτε ξέχασε τη ιστορία του».




ΜΑΧΗ ΡΟΥΠΕΛ



Οι ελληνικές δυνάμεις επιτέθηκαν με πέντε μεραρχίες στην Στρώμνιτσα και με δύο στη στενωπό Ρούπελ.
Επακολούθησαν διήμερες μάχες οι οποίες κατέληξαν στην επικράτηση των Ελληνικών όπλων.

Καθυστέρησαν τη διείσδυση στο εσωτερικό και την αποκοπή των οδεύσεων υποχώρησης του Βουλγαρικού στρατού που πολεμούσε με τους Σέρβους.

Οι Βουλγαρικές στρατιές διασώθηκαν έτσι καθυστερώντας την προέλαση των εξ ίσου κουρασμένων αντιπάλων τους και άρχισαν να αναδιοργανώνονται, συγκεντρώνοντας τις δυνάμεις τους.

            Ο σερβικός στρατός περιορίστηκε στη συγκράτηση των Βουλγάρων και παρά τη μεγάλη νίκη που πέτυχε στη μάχη του Μπρεγγαλνίτσα (17 - 26.Ιουνίου), δεν αξιοποίησε την επιτυχία του αυτή ώστε να στραφεί εναντίον της Σόφιας, αλλά προέλασε στα βόρεια, δίνοντας έτσι στους Βουλγάρους την ευκαιρία να ανασυνταχτούν.


ΜΑΧΗ ΕΠΙ ΤΩΝ ΒΟΥΝΩΝ


            Οι μάχες πια έπαιρναν άλλη μορφή, στα βουνά, οι Βούλγαροι μπορούσαν να βρουν πολλές τοποθεσίες που έδιναν την δυνατότητα άμυνας, έτσι παρουσιάστηκε το φαινόμενο λίγοι άτακτοι να κρατούν μεγάλες στρατιωτικές μονάδες. Αυτό και μόνο θα έπρεπε να βάλει σε σκέψεις τον Αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο, εκτός αυτών υπήρχε κίνδυνος πλευρικής επιθέσεως από την 4η στρατιά που είχε υποχωρήσει στο Μπέλες.
 




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ελληνικό ιππήλατο πυροβολικό στα Στενά της Κέσνας. 



Το δύσβατο του εδάφους και η πεποίθηση από μέρους του Κωνσταντίνου ότι οι Βούλγαροι είχαν ηττηθεί οδήγησαν τον στρατό σε ριψοκίνδυνες, αποκλίνουσες πορείες. Την ίδια στιγμή ο Βουλγαρικός στρατός συνέκλινε , με τελικό αποτέλεσμα να αποκτήσει τοπική υπεροχή και πλεονεκτική διάταξη.


Οι μάχες των Στενών της Κρέσνας και την Άνω Τζουμαγιάς στις 10 Ιουλίου 1913, σε ένα λαβύρινθο δασών και βράχων μήκους 20 χιλιομέτρων. Μάχες πολύνεκρες επί 6 ημέρες όπου έπεσε ο ελευθερωτής των Ιωαννίνων ο Ταγματάρχης των Ευζώνων (των καταδρομέων της εποχής) Ιωάννης Βελισαρίου και ο Ταγματάρχης των Κρητών Γεώργιος Κολοκοτρώνης φωνάζοντας « ΖΗΤΩ η ΠΑΤΡΙΣ».

            Φαίνεται ότι το σχέδιο (αν υπήρχε σχέδιο) πρόβλεπε επίθεση σε τρεις άξονες και αυτή ξεκίνησε με την κατάληψη του Νευροκοπίου 5/18 Ιουλίου 1913. Ας δούμε τους άξονες της επιθέσεως:
1η μεραρχία κινήθηκε επί της οδού στο κέντρο συνοδευόμενο από το μισό πεδινό πυροβολικό.
2α, 4η και 6η μεραρχία διέβησαν τους ορεινούς ατραπούς, οι δύο πρώτες προς τα αριστερά η 6η προς τα δεξιά, συνοδευόμενες από ορειβατικές πυροβολαρχίες
5η μεραρχία παρέμεινε σαν εφεδρεία με το υπόλοιπο μισό των πεδινών πυροβολαρχιών .

            Αντικειμενικός στόχος ήταν τα στενά της Κρέσνας .







ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Διάταξη των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων μετά την εκεχυρεία που τερμάτισε τον Β' Βαλκανικό Πόλεμο και τις εχθροπραξίες μεταξύ Ελλάδας-Βουλγαρίας (1913).



            Οι Βούλγαροι παρά τις ήττες τους, συνέχιζαν να ανθίστανται κάνοντας μάχες οπισθοφυλακών. Η 1η μεραρχία έκανε ικανοποιητική πρόοδο στην Βορά, η 4η συνάντησε στην θέση Ροζαλίν τρία Βουλγαρικά συντάγματα, την νύκτα 6/19 Ιουλίου 1913 πραγματοποίησαν ανεπιτυχή αντεπίθεση κατά των Ελλήνων και την επόμενη προσβλήθηκαν με σφοδρότητα οι θέσεις τους και μετά από ολοήμερη επίθεση δια της λόγχης κατελήφθη η θέση και οι Βούλγαροι υποχώρησαν στην θέση Χαλήλ Τσεσμέ Ντολεμήσμ.
            Οι 3η και 10η προήλασαν κατά τριών μεραρχιών υπό τον στρατηγό Τένεφ, εδώ οι Βούλγαροι υπερείχαν και σε αριθμό ανδρών (24 Βουλγαρικά τάγματα κατά 18 Ελληνικών) , αλλά και η θέση ήταν οχυρά τους οποίους και απώθησαν.

            Την 5/18 Ιουλίου οι Βούλγαροι συγκρούστηκαν με τους Σέρβους και μάλλον ήταν επιτυχής η μάχη για τους Σέρβους στην περιοχή μεταξύ Τσάρεβο Σέλο και Κοτσάνων και εκ του γεγονότος αυτού ο Τένεφ ζητούσε από τον διοικητή της 4ης Βουλγαρικής στρατιάς να στείλει μια  μεραρχία να πλευροκοπήσει τους Έλληνες  στην θέση Ρατόβου Βλαδιμηρόβουσυνολικά 32 τάγματα. 4.25 πμ άρχισαν οι μάχες με μεγάλη σφοδρότητα, οι Έλληνες κατάλαβαν την περιοχή (1750)  και δια της λόγχης εξετόπισαν τους Βούλγαρους από τα χαρακώματά τους, με έφοδο πήραν την κορυφή Μπεγιάζ τεπέ (1235) και την κράτησαν παρά τις επανειλημμένες αντεπιθέσεις. 






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Απεικόνιση της μάχης στα στενά της Κρέσνας.



            Ο Κ Πράις γράφει: «Η όλη κίνησις δεν είναι δυνατόν παρά να ομολογηθεί ότι περιάπτει μεγίστη τιμή εις τα Ελληνικά όπλα. Ήτο θρίαμβος, δια τον οποίον πας στρατός θα ήτο υπερήφανος».

            Η 7η μεραρχία από το Νευροκόπι πολέμησε στο Κρέμεν και οι Βούλγαροι υπεχώρησαν μετά από πεισματική μάχη.
            Οι Βούλγαροι πια το μόνο που έκαναν ήταν να πολεμούν να χάνουν τις μάχες και μετά να υποχωρούν και να καταστρέφουν γεφύρια για να επιβραδύνουν την προέλαση των Ελλήνων, το ίδιο έκαναν και στο Γιενή κιοί όπου κατέστρεψαν την γέφυρα του Στρυμόνα. Τώρα οι Έλληνες βρισκόντουσαν κατά μήκος των στενών της Κρέσνας.






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Απεικόνιση της μάχης της Τζουμαγιάς.


          Ο δεκανέας Κ Λιναρδάτος δίνει στο ημερολόγιό του περιγραφές της σφοδρότητας των μαχών:

«….Αι οβίδες του εχθρού είχον σκάψει την οδόν . Ουδείς πυροβολάρχης ετόλμα να πράξη τούτο. Ο Λοχαγός Ηλιάδης ετόλμησε. Το πρώτο όχημα ξεκίνησε. Εδέχθη πλέον των 100 οβίδων , εμπρός, οπίσω, δεξιά, αριστερά, αλλ’ όμως έφθασε και αμέσως στήθηκε βάλλοντας επιτυχώς. Ούτω το εις μετά το άλλο και τα 8 οχήματα της πυροβολαρχίας έφθασαν, πλην ενός του οποίου εφονεύθησαν οι ίπποι και δύο ελάται. Το εύστοχον πυρ του πυροβολικού μας εσίγησεν τα εχθρικά τα οποία την νύκτα εκυριεύθησαν….».

Κωνσταντίνος Σκόκος στο «Εθνικόν Ημερολόγιον» αναφέρει:

«Εν των κυριωτέρων σημείων της όλης ελληνοβουλγαρικής εκστρατείας ήσαν τα περίφημα στενά της Κρέσνας, τρομερά φαραγγώδης δίοδος εκτάσεως εξήντα χιλιομέτρων, απέναντι της οποίας τα στενά Σαρανταπόρου έχαναν την σημασίαν των.

Τα στενά της Κρέσνας οι Βούλγαροι ήσαν αποφασισμένοι να υπερασπίσουν λυσσωδώς, πρώτον διότι εστηρίζοντο επί του φύσει οχυρού αλλά και της τεχνητής ενισχύσεως της θέσεως διά χαρακωμάτων και, δεύτερον, διότι τα στενά ταύτα ήσαν η πλησιεστέρα οχυρά γραμμή προς τα παλαιά σύνορά των, άλλως θα έμενεν ελευθέρα η διάβασις προς την Τζουμαγιάν και την Δούβνιτσαν.

Ο ελληνικός στρατός, προχωρών διαρκώς και καταδιώκων τον εχθρόν πολλαχόθεν, ευρέθη προ της Κρέσνας την 7 Ιουλίου, το πρωί, αμέσως δε ήρχισε την επίθεσιν μεθ’ όλας τας δυσχερείας, τα οποίας παρουσίαζεν η μεγάλη αυτή πολεμική επιχείρησις.

Ο εχθρός από της πρώτης ορμητικωτάτης επιθέσεως ενόησεν ότι θα ήτο σύσκολον να κρατήση τα στενά κατά την είσοδόν των, και ήρχισε συμπτυσσόμενος να καταστρέφη πάντα τα δημόσια έργα: οδούς, γέφυρας, ακόμη και τας ατραπούς, διά των οποίων θα προήλανεν ο ελληνικός στρατός. Υποχωρών πέραν της Μαχομίας άφηνεν οπίσω του ερείπια κι χωριά κενά κατοίκων και καιόμενα. Αλλ΄ η ελληνική προέλασις εξηκολούθει ακράτητος.

Ούτε η δεξιά πτέρυξ της ελληνικής παρατάξεως, διαρκώς μαχομένη και ακολουθούσα ταχυτάτην πορείαν, επροχώρησε διά της οδού Νευροκοπίου, το οποίον και κατέλαβε, προς την Μπάνισκαν, και απώθησε τον εχθρόν πέραν της Μαχομίας, διά της οποίας η οδός φέρει εξ ανατολών προς την Τζουμαγιάν υπέρ τα στενά της Κρέσνας. Ταυτοχρόνως η αριστερά πτέρυξ εκ δυο μεραραρχιών, απωθήσασα τον ενθρόν δι’ αλληλοδιαδόχων επιθέσεων, από το Λείτιμι, το Πέτσοβον, το Σέρνοβο κι το Παντζάριβο, επροχώρησε εις το αυτό σχεδόν ύψος με τη δεξιά επί άλλης πλαγιάς μικράς οδού, της προς δυσμάς του Στρυμόνος προς την Τζουμαγιάν.






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Μοτροπολιτικός Ναός των Σερρών Ή ό,τι απέμεινε, μετά την αποχώρηση των Βουλγάρων τον Ιούνιο του 1913.



Οι Βούλγαροι, ευρεθέντες προ διπλού υπερφαλαγγισμού εκ δυο ταυτοχρόνως σημείων, αποκαμόντες δε από τας αλλεπαλλήλους επιθέσεις, επείσθησαν ότι θα ήτο αδύνατον να κρατήσουν επί πλέον τα περίφημα στενά της Κρέσνας, εις τα οποία είχον στηρίξη τα ελπίδας των. Μικρά επιμονή των εκεί, ακόμη, θα εσήμαινε τελείαν εξόντωσίν των, ή αιχμαλώτισιν όλου του εκεί στρατιωτικού σώματος. Και απεφάσισαν να τα εγκαταλείψουν. Αντέταξαν όμως αγριωτάτην άμυναν εις την έξοδον αυτών, ήτις εστοίχισεν και εις αυτούς αλλά και εις ημάς πραγματικώς μεγίστας απωλείας.

Η αναπτυχθείσα κατά τας μάχας αυτάς ανδρεία των Ελλήνων εθαυμάσθη υπό ξένων στρατιωτικών δημοσιογράφων, οι οποίοι δεν επίστευαν ότι θα ήτο δυνατή η διάβασις μέρους τόσον φυσικώς και τεχνητώς οχυρού, υποστηριζομένου υπό τοιαύτης δυνάμεως.

Εν τούτοις των δυσχερειών αυτών το αποτέλεσμα ήτο απλώς να επιβραδυνθή ολίγον η ελληνική προέλασις. Η γενναιότης του στρατού και η θαυμασία στρατηγική έφερον το αποτέλεσμά των.

Αι απώλειαι του εχθρού κατά την σειράν των μαχών εις τα στενά της Κρέσνας και καθ’ όλην την ανάπτυξιν του μετώπου της παρατάξεώς του, καθ’ ην ηριθμήθησαν ένδεκα εν συνόλω μάχαι και συμπλοκαί, υπήρξαν μέγισται. Κυρίως όμως καταστρεπτική υπήρξεν η αποθάρρυνσις η παρατηρηθείσα μόλις ο ελληνικός στρατός ευρέθη εις την έξοδον των στενών, διευθυνόμενος προς την Τζουμαγιάν. Τάγματα ολόκληρα ετράπησαν προς ανατολάς, αρνούμεναν πάσαν υπηρεσίαν, ενώ οι στρατιώται, απορρίπτοντες όπλα και στολάς και αρπάζοντες τα ενδύματα χωρικών, εισήρχοντο εις το παλαιόν βουλγαρικόν έδαφος διευθυνόμενοι εις τα χωρία των.

Διά της αλώσεως των στενών της Κρέσνας, ο ελληνικός στρατός ήτο ελεύθερος πλέον να βαδίση προς την Τζουμαγιάν, απέχουσαν μόλις σαράντα χιλιόμετρα. Μεθ’ όλην δε τη εξάντλησιν των ανδρών, η πορεία εξηκολούθησε ταχεία με το σύνθημα:

Στη Σόφια! Στη Σόφια!».



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ο θρυλικός εύζωνας των βαλκανικών πολέμων.

            Η 2α μεραρχία προέλασε ανατολικά του στενού προς Σουσίτζαν η κυκλωτική αυτή κίνηση εξανάγκασε τον στρατηγό Σαράφωφ να εγκαταλέιψει την είσοδο του στενού  και να οργανώσει άμυνα στο Ρούγκεν (850) – Ορεχόβου, Ουρανόβου , Ογκνάρ Μαχ καλύπτοντας αποτελεσματικά το στενό της Κρέσνας και την οδό προς Τζουμαγιά.

            Η 10η κινήθηκε επί των κορυφογραμών και 3η κινήθηκε στην κοιλάδα Μπρεγκαλνίτσα με στόχο το Τσάρεβο σέλο.

Ο Τένεφ οχύρωσε την περιοχή Ιστεβνικ Χασσάν πασά Ρούγκεν και ταυτόχρονα η 4η Βουλγαρική μεραρχία ήρθε προς ενίσχυση.

Στην κοιλάδα του Νέστου ο στρατηγός Ντέλωφ υποχωρούσε καταδιωκόμενος από την 7η μεραρχία του Σωτήλη.
            Σε όλα τα σημεία ο εχθρός υπερείχε με το πυροβολικό του που ήταν τοποθετημένο στα υψώματα και εκτός αυτών είχαν 11 πεδινές πυροβολαρχίες στην περιοχή Σιμι, οι Έλληνες στρατιώτες ντυμένοι με θερινά ενδύματα ανέβηκαν σε υψηλές οροσειρές  και υπέφεραν από το κρύο.

            Ελληνική ανάπτυξη:
4η μεραρχία προσέβαλε το Ρούγκεν.
2α μεραρχία εστάλη κατά της κορυφής 850 .
1η μεραρχία δια της οδού Σιμιτλή και Ουράνοβο.
6η κτήπησε την αριστερά πλευρά του κέντρου στο Γράδεβο και Ογκνάρ Μαχ των Βουλγάρων.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Αντιπροσωπεία Ελλάδας Σερβίας στο Καϊμακτσαλάν. 


Την επίθεση άρχισε η 1η μεραρχία την 11/24 Ιουλίου 1913 και την πρώτη μέρα μικρή πρόοδος πραγματοποιήθηκε, το βράδυ όμως εκμηδενίστηκαν Βουλγαρικές προφυλακές, και την επόμενη ξεκίνησε ορμητική επίθεση με την βοήθεια του πυροβολικού, ένα δε τάγμα της 1ης μεραρχίας κατέλαβε τα Βουλγαρικά τηλεβόλα.

            Η  4η με τρομακτικές θυσίες κατέλαβε το Ρούγκεν.
            Η 2α κατέλαβε την Σούσιτσα
            Η 6η ανάγκασε τον στρατηγό Σαράφωφ να αποσυρθεί στην γραμμή Ουράνοβο Ογκνάρ Μαχ.
            Την 13/26 Ιουλίου 1913 η 4η επιτέθει κατά του Βιτρέν  την 9μμ μετά από αιματηρή μάχη καταλήφθηκε.
            Η 6η κατέλαβε το  Ογκνάρ Μαχκαι ο εχθρός υποχώρησε στο 1378 ύψωμα.
            Αυτές οι επιχειρήσεις στοίχισαν στους Έλληνες 3.000 άνδρες.
            Η 7η κατέλαβε το στενό Πρεντέλ Χαν.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ύψωμα 1378. Είκοσι (20) χλμ Βορειοανατολικά ΣΙΜΙΤΛΗ και 15 χλμ Βορειοδυτικά του ΡΑΖΛΟΓΚ, στις Νότιες υπώρειες των ΡΙΛΑ ΠΛΑΝΙΝΑ.

            Οι βούλγαροι μετά την ήττα τους στο Μπάνζα Κούκα και Πομπιγιέν από τους Σέρβους δεν μπορούσαν να στείλουν ενισχύσεις κατά των Ελλήνων. Απ εναντίας μεγάλη εκδούλευση πρόσφερε στους Έλληνες το Σερβικό πυροβολικό αλλά και ο Σράφωφ δέχθηκε βοήθεια από 9 τάγματα 3 πεδινές πυροβολαρχίες και αυτό οφειλόταν στην προσωρινή αδράνεια των Σέρβων. Έτσι αποφασίστηκε αντεπίθεση των Βουλγάρων για να παγιδεύσουν τους Έλληνες στον Στρυμώνα  την ήττα της 3ης και 10ης Ελληνικής μεραρχίας.

            Ο στρατηγός Ντέλωφ με την  1ο και 9ο  σύνταγμα κατέλαβε το ύψωμα 1378 και στράφηκε κατά της 6ης μεραρχίας , μετά από λυσσώδη ολοήμερο μάχη και με την βοήθεια της 7ης  μεραρχίας η μάχη κερδήθηκε από τους Έλληνες. Την νύκτα ανακαταλήφθηκε το 1378 ύψωμα και η αριστερά του κέντρου των Βουλγάρων υπεχώρησε στην Τζουμαγιά την δε 15/28 Ιουλίου 1913 οι Έλληνες μπήκαν στην Τζουμαγιά, ο εχθρός υπεχώρησε προς Δούπνιτσα πυρπολόντας μια συνοικία της Τζουμαγιάς και άφησε πίσω του τάγματα να εποπτεύουν την πεδιάδα της Τζουμαγιάς.

Κωνσταντίνος Σκόκος στο «Εθνικόν Ημερολόγιον» αναφέρει:

«Ο βουλγαρικός στρατός, φεύγων μετά τας μάχας των στενών της Κρέσνας, συνεκεντρώθη προς την Τζουμαγιάν, όπου η αντίστασις δεν προεμηνύετο ισχυρά», αναφέρεται στο ημερολόγιο όπου συνεχίζει αναφέροντας τα εξής: «Αίφνης όμως ανέλπιστοι ενισχύσεις έφθασαν εις τον εχθρικόν στρατόν. Τέσσερα συντάγματα της πρώτης και της έκτης βουλγαρικής μεραρχίας, αίτινες ευρίσκοντο προ των Σέρβων του Περότ και του Τσάρεβο –Σέλο, και το 1ο σύνταγμα του Φερδινάνδου και το 6ο σύνταγμα, ως και πολυάριθμα άτακτα σώματα αποσπασθέντα από την έναντι των Σέρβων παράταξιν, ευρέθησαν απέναντι της ελληνικής παρατάξεως.

Αι ενισχύσεις αύται έπεισαν τον εχθρόν να αντισταθή και μάλιστα ν’ αποπειραθή επίθεσιν προς ανάκτησιν των θέσεών του. Πράγματι από της πρωίας της 14ης Ιουλίου ήρχισε καθ’ όλην την γραμμήν πολύνεκρος μάχη, κατά την οποίαν εκατέρωθεν ανεπτύχθη πολύ πείσμα και γενναιότης μεγάλη. Ιδίως εις τα οχυρώμτα των υψωμάτων 1378 και 1078 ΝΑ της Τζουμαγιάς ο αγών υπήρξε τρομακτικός. Ελληνικόν σύνταγμα της δεξιάς πτέρυγος τρεις φοράς ήλωσε διά της λόγχης το ύψωμα 1378 και τρις εξετοπίσθη απ’ αυτού, μέχρις ότου τέλος την πρωίαν της επομένης το κατέλαβεν οριστικώς. Η πρώτη έφοδος έγινε άμα τη ενάρξει της μάχης και απέβη υπέρ του ελληνικού στρατού. Αλλά μετά τινά ώραν ο εχθρός, ενισχυθείς διά μεγάλων δυνάμεων, αντεπετέθη σφοδρώς και εξηνάγκασε τους ημετέρους να εγκαταλείψουν την θέσιν.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Έλληνας στρατιώτης πολέμησε με φανατισμό και πείσμα.

Ανασυνταχθέντες οι στρατιώται μας επεχείρησαν δευτέραν λυσσώδη έφοδον κατορθώσαντες και πάλιν να εκδιώξουν τον εχθρόν μετά μεγάλων απωλειών. Αλλά και νέαι ενισχύσεις ήλθον εις τους Βουλγάρους και το ύψωμα ανεκτήθη εκ δευτέρου υπ’ αυτών˙ αλλά και τρίτην φοράν εξετοπίσθησαν υπό των ημετέρων αναγκασθέντων εις υποχώρησιν πάλιν προ νέου εχθρικού χειμάρρου.

Τέλος τετάρτη έφοδος λυσσωδεστέρα πασών εξησφάλισεν οριστικώς την κατοχήν του αιματοβαφούς τούτου υψώματος.

Μετά τούτο η στρατιά του κέντρου εξηκολούθησε την προέλασιν προς την Τζουμαγιάν άνευ αντιστάσεως, ενώ εξ άλλου το αριστερόν εμάχετο κατά πολυαρίθμου εχθρού διεκδικούντος βήμα προς βήμα τον άγριον εκείνο έδαφος το στερούμενον και ημιονικών έτι οδών.

Τοιουτοτρόπως ο ελληνικός στρατός προελαύνων εσταμάτησεν εις τεσσάρων χιλιομέτρων απόστασιν από της Τζουμαγιάς, την οποία όμως είδε καιομένην. Οι Βούλγαροι φεύγοντες έθεσαν πυρ εις την ελληνική και την τουρκικήν συνοικίαν, από τας οποίας δεν ευρήκε παρά ερείπια ο εισελθών της επομένην ελληνικός στρατός».


Την ίδια ημέρα η 3η και 10η Ελληνική μεραρχία προσεβλήθηκε από υπέρτερων Βουλγαρικών δυνάμεων στην κοιλάδα Μπρεγκαλνίτσα και το Παντζαρεβο Τσερβικ  και οι Έλληνες υποχρεώθηκαν σε υποχώρηση στο Πέτροβο, η υποχώρηση διενεργήθηκε με τάξη αν και οι Βούλγαροι καταδίωκαν σε απόσταση 35 μέτρων , ο εχθρός ανέστειλε την πορεία στο Ουμλιάνο.

            Την νύκτα 15ης προς 16ης (28-29) οι Βούλγαροι ενήργησαν νυκτερινή επίθεση κατά της 10ης Ελληνικής μεραρχίας, νόμιζαν ότι νικούν και τραγουδούσαν και ζητωκραύγαζαν. Οι έλληνες όμως κράτησαν τις θέσεις τους και την επόμενη συνεχίστηκαν οι επιθέσεις των Βουλγάρων και η 3η Ελληνική μεραρχία πραγματοποίησε αντεπίθεση με μικρές επιτυχίες.






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος, μια απεικόνιση που θυμίζει την εποχή του διχασμού, φυσικά δεν ήταν πάντα νικητής (ευθύνεται για τις μεγαλύτερες συμφορές του ελληνικού στρατού), ούτε ο αγαπημένος των Ελλήνων (τρεις φορές, την μια σαν διάδοχος και τις  άλλες δύο  σαν βασιλιάς υποχρεώθηκε να φύγει στο εξωτερικό).
 



            Στο Χασσάν πασά γινόταν λυσσώδης μάχη διότι όποιος κατείχε αυτή την θέση ήταν σχεδόν κάτοχος της περιοχής, οι Έλληνες κατέλαβαν τα κράσπεδα των λόφων των προχωρημένων θέσεων του εχθρού, εν τω μεταξύ κατέβαιναν τάγματα Βουλγάρων από την Γιακουρούδα και κατέλαβαν Μαχωμία και η ελληνική πλευρά που αποτελείτο από ένα τάγμα και 3 ορεινές πυροβολαρχίες υποχώρησε στο Πρέντελ Χαν εγκαταλείποντας τατηλεβόλα, με βραδινή ενέργεια οι λίγοι αυτοί άνδρες την 17/30 Ιουλίου 1913 επιτέθηκαν και αποκατέστησαν την προηγούμενη κατάσταση και ξαναπήρε τα τηλεβόλα του.

            Στο Χασσάν πασά την 17/30 Ιουλίου 1913 η 2α και 4η μεραρχία εξαπέλυσαν αντεπίθεση και αντιμετώπισε δυσκολίες διότι οι Βούλγαροι βοηθούντο από πυροβολαρχίες τους βορείως της Λέσκας παρ όλα αυτά οι Βούλγαροι απωθήθηκαν από όλες τις θέσεις τους την 9μμ είχαν φτάσει 50 μέτρα από τις τελευταίες Βουλγαρικές θέσεις.

            Η 3η και 10η απέκρουσαν όλες τις Βουλγαρικές επιθέσεις και αντεπετέθηκαν και απομάκρυναν τον εχθρό πέρα της γραμής Μπουκοβίκ (1450) και Ελληνικές πυροβολαρχίες έφτασαν στα υψώματα Τζαμί τεπέ.

            Εν τω μεταξύ ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος δηλώνει «Ανακωχή με τους Βουλγάρους θα κάνω στην Σόφια» μεγάλα λόγια θα πεις!





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Βασιλιάς της Σερβίας Πέτρος ο 1ος.


            Η διαταγή ήταν 3η και 10η   επίθεση προς βορά, 2α και 4η συμπλήρωση κατάληψης Χασσάν πασά. 7η κατάληψη Μαχωμίας η διαταγή δόθηκε το μεσονύκτιο την στιγμή αυτή αναγκέλθηκε η είδηση υπογραφής της ανακωχής του Βουκουρεστίου.

            Διεσώθηκαν από ολοκληρωτική ήττα η Βούλγαροι διότι η κατάληψη του Χασσάν πασά ήταν ζήτημα όπως είδαμε τελειωμένο 5 Βουλγαρικές μεραρχίες κυκλώνονταν  εκ δυσμών υπό των Σέρβων.

το «Εθνικόν Ημερολόγιον» του Κωνσταντίνου Σκόκου αναφέρει:

«Ενώ εις Βουκουρέστιον οι αντιπρόσωποι των εμπολέμων κρατών είχον καταλήξη πλέον εις συμφωνίαν και επρόκειτο να υπογράψουν την ειρήνη, καθ’ όλον το μέτωπον της ελληνοβουλγαρικής παρατάξεως εξηκολούθουν λυσσαλέαι μάχαι, των Βουλγάρων προσπαθούντων διά πάσης θυσίας ν’ ανακόψουν την προέλασιν του ελληνικού στρατού εντός των παλαιών βουλγαρικών συνόρων. Ούτω δυο μεραρχίαι ανερριχώντο μετά τρομακτικούς αγώνας μέχρι των κορυφών του Χασάν Πασσά, εξετόπιζον εκείθεν τον εχθρόν από υψώματος εις ύψωμα παρ’ όλας τας αντεπιθέσεις ας εχθρικά τμήματα κατέχοντα τας βορειανατολικάς αντηρίδας του όρους εξετέλουν κατά το δεξιόν της παρατάξεώς μας. 

Όλαι αι θέσεις του εχθρού κατελήφθησαν κατ’ αυτόν τον τρόπον η μια μετά την άλλην, μετά μεγάλας απωλείας. Εξηκριβώθη ότι εκ της πραγματικής πλήρους δυνάμεως ταγμάτων τινών του βουλγαρικού στρατού μόλις απέμειναν ζώντες 40-50 άνδρες. Συγκέντρωσις του εχθρού νέα προς τα βουλγαρικά σύνορα και άνωθεν της Τζουμαγιάς απεκρούσθη και δεσκορπίσθη μετ’ απωλειών μεγίστων. Άλλη φάλαγξ αυτού έναντι του Τατήρ – Παζαρτζίκ δυνάμεως εξ χιλιάδων ανδρών μετά οκτώ πυροβόλων, αποπειραθείσα να επιτεθή κατά δυνάμεως ημετέρας, απεκρούσθη και αυτή υπό της Μεραρχίας του ημετέρου δεξιού και αποσυνετέθη. Ο Μέραρχος ετηλεγράφει “κατετροπώσαμεν αυτούς κατά κράτος”. Αι μάχαι της 17ης Ιουλίου επεκταθείσαι καθ’ όλον το μέτωπον της παρατάξεως, απολήξασαι δε πάσαι υπέρ του ελληνικού στρατού, επανελήφθησαν το πρωί της επομένης καθ’ ην επρόκειτο να υπογραφή η αποφασισθείσα εν Βουκουρεστίω, μετά την υποχώρησιν των Βουλγάρων εις το ζήτημα της Καβάλλας, πενθήμερος ανακωχή. Αλλά και της τελευταίας ημέρας τ’ αποτελέσματα υπήρξαν εξ ίσου ικανοποιητικά διά τον ελληνικόν στρατόν. Εις όλα τα σημεία ούτος νικών προήλαυνεν, ότε εσημάνθη η ώρα της ανακωχής και τα στρατεύματα έμειναν εις ας θέσεις ευρίσκοντο.







ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ο Τσάρος των Βουλγάρων Φερδινάνδος.

Αι καταστροφαί των Βουλγάρων κατά τας τελευταίας ημέρας υπήρξαν μέγισται. Και επολέμησαν μεν οι στρατιώται του στρατηγού Ιβάνωφ μετά λύσσης και ανδρείας και αι επιθέσεις του υψώματος 1378 απέδειξαν μεγάλην ορμήν εκ μέρους των Βουλγάρων, παντού όμως νικηθέντες οι Βούλγαροι ετράπησαν εις φυγήν απορρίπτοντες τα όπλα και τον ιματισμόν των. Υπολογίζεται ότι οι απώλειαι των Βουλγάρων κατά τα τρεις ημέρας υπερέβησαν τους οκτακισχιλίους νεκρούς και τραυματίας.

Κατά τη διάρκεια της μάχης για την κατάληψη του υψώματος 1378, στο οποίο είχαν εγκατασταθεί αμυντικά οι βουλγαρικές δυνάμεις, ο Βελισσαρίου και οι άνδρες του αντιμετώπισαν ισχυρή αντίσταση, ενώ οι απώλειες των ελληνικών δυνάμεων ήταν μεγάλες.

Στην πιο κρίσιμη στιγμή της μάχης (και αφού προηγουμένως είχε πολεμήσει με πέτρες και βράχους τους Βουλγάρους, λόγω έλλειψης πυρομαχικών) ο Βελισσαρίου σηκώθηκε όρθιος και κραδαίνοντας το περίστροφό του φώναξε ώστε να ακουστεί από όλους: «Όποιος θέλει την νίκη ή αλλιώς τον θάνατο ας με ακολουθήσει» και πρώτος άρχισε να τρέχει προς τον εχθρό. Πίσω του, συνεπαρμένοι από τον ηρωισμό του διοικητή τους, όρμησαν οι εύζωνοί του. Το θεριστικό πυρ των εχθρικών πολυβόλων προκάλεσε μεγάλες απώλειες στο τάγμα, το οποίο όμως συνέχιζε να πολεμά. Κάποια στιγμή ο ταγματάρχης Βελισσαρίου τραυματισμένος έπεσε στο έδαφος. Σύντομα μεταφέρθηκε σε κάποιο ορεινό χειρουργείο, στο οποίο άφησε την τελευταία του πνοή.

Όταν ο Βασιλιάς πληροφορήθηκε το θάνατό του λέγεται πως είπε: «Ήταν επόμενο. Τέτοιοι ήρωες δε ζουν πολύ». Στο συλλυπητήριο τηλεγράφημα που συνέταξε και απέστειλε προς τη σύζυγό του έγραφε τα εξής: «Χαιρετίζω τον Ήρωα των Ηρώων».

Δια της ανακωχής της 18ης Ιουλίου έληξεν ο ελληνοβουλγαρικός πόλεμος αφού προσέθεσε λαμπροτάτας σελίδας εις την νεωτέραν μας ιστορίαν». 


            Καθώς η Βουλγαρία είχε ήδη ανοικτά μέτωπα, η Ρουμανία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποφάσισαν να επιτεθούν και αυτές. Η Ρουμανία κήρυξε τον πόλεμο στις 27 Ιουνίου 1913 και συναντώντας ελάχιστη αντίσταση έφτασε 30 χιλιόμετρα έξω από την βουλγαρική πρωτεύουσα Σόφια.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Τσάρος Φερδινάνδος και ο διάδοχος του θρόνου.

Ο λαός μας έβγαλε τραγούδια για να υμνήσει τους νεκρούς μας στην πολύνεκρη αυτή μάχη, το πιο κάτω αναφέρεται σε πρόσωπα της περιοχής Λιδορικίου.

«Τ’ έχεις καημένε κόρακα και σκούζεις και φωνάζεις;
Μήνα διψάς για αίματα γι’ ανθρώπινα κεφάλια;
Έβγα ψηλά στη Τζουμαγιά σιμά στη Βουλγαρία,
να δεις κορμιά πως κείτονται στο αίμα βουτηγμένα,
να δεις και τον Κουλόπουλο το Μήτρο το λεβέντη
μαύρα πουλιά τον τρώγανε κι άσπρα τον τριγυρίζουν»

H Ελλάδα να καταλάβει το μεγαλύτερο τμήμα της μείζονος ιστορικής Μακεδονίας μέχρι τον ποταμό Νέστο, η Σερβία να καταλάβει το βόρειο τμήμα και η Βουλγαρία ένα μικρό τμήμα της, ενώ το Μαυροβούνιο πήρε ένα μικρό τμήμα του Νόβι Πάζαρ και η Ρουμανία τη Δοβρουτσά. 

   ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ


            Το ναυτικό εκτός των μεταφορών που πραγματοποίησε εφοδίων και στρατού, πραγματοποίησε αποβατικές επιχειρήσεις για την κατάληψη πόλεων, όπως αυτή της Αλεξανδρούπολης, η πόλις απελευθερώθηκε 12/7/1913 από  αγήματα του Ελληνικού Στόλου από τα αντιτορπιλικά "Σπέτσαι", "Ύδρα" και "Ασπίς",  υπό τον Πλοίαρχο ΓΚΙΝΗ. Η κατάληψη της πόλης  συνετέλεσε στο να σταματήσει τις όποιες ενέργειες έκανε ο Οθωμανικός στρατός, ο οποίος και αυτός επιχειρούσε κατά του βουλγάρικου στρατού.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Αναγγελλία κατάληψης της Αλεξανδρουπόλεως.

Ας δούμε πως περιγράφει την όλη επιχείρηση ο ιδιαίτερος ανταποκριτής της εφημερίδος «ΣΚΡΙΠ» στο φύλλο της 20-7-1913:

«Δεδεαγάτς. 13 Ιουλίου 1913. Πεντήκοντα ώραι παρήλθον από της φυγής των απαισίων Βουλγάρων και εν τούτοις δεν δυνάμεθα έτι να συνελθωμεν εκ του τρόμου και της συντριβής. Τοιαύτη ήτο η δημιουργηθείσα εκ της Βουλγαρικής κατοχής ψυχολογική των κατοίκων Δεδεαγατς κατάστασις, ώστε και μετά την φυγήν των Βουλγάρων και την εμφάνισιν του πρώτου πλοίου του στόλου μας του παραβιάσαντος την ζώνην των τορπιλλών και εμφανισθέντος πρό του λιμένος μας, του «Ιέρακος» ουδέ μία φωνή έσχε την δύναμιν να ζητωκραυγάση εκδηλούσα τον ενδόμυχον ενθουσιασμόν του Ελληνικού Δεδεαγατς...

Τα βλέμματα ημών την παραμονήν της εκκενώσεως εστρέφοντο μετ' ελπίδων προς το Ελληνικόν ανιχνευτικόν του στόλου όπερ επί πολλάς ημέρας περιεπόλει είς απόστασιν 5 μιλλίων από Δεδεαγατς, είς Μάκρην καραδοκούν, την στιγμήν όπως σπεύση είς βοήθειαν ημών. Αποκεκλεισμένοι παντελώς πρό μηνός, εγκεκλεισμένοι διαταγή των Βουλγάρων είς τας οικίας μας, εστερημένοι του Μητροπολίτου μας όν είχον φυλακίσει, εξηρχόμεθα μόνον οσάκις οδηγούμενοι παρα των στρατιωτών Βουλγάρων είς τον περίβολον της Μητροπόλεως, ως πρόβατα επί σφαγήν, ενεκλειόμεθα εκεί όπως υποστώμεν τας ληστρικάς αυτών επιθέσεις. Οσοι επλήρωναν αφίνοντο προσωρινώς ελεύθεροι, οι άλλο εφυλακίζοντο. Ούτως ολίγας ημέρας πρό της εκκενώσεως συνέλεξαν παρά των πτωχών κατοίκων περί τας 1000 λίρας. Αλλά το χείριστον πάντων είναι, ότι, οι μέχρι της χθές εκθειαζόμενοι και θαυμαζόμενοι υπό της Ευρώπης επί πολιτισμώ Βούλγαροι στρατιώται λαμβάνοντες το παράδειγμα από τους αξιωματικούς των προέβησαν εις βιασμούς κατά κορασίδων, ιδίως Μουσουλμανίδων, από ηλικίας επτά ετών και άνω. Ταύτα πάντα γνωρίζουσι καταλεπτώς οι Πρόξενοι οίτινες, ως πληροφορούμεθα, τα εξέθηκαν εις τους αξιωματικούς του στόλου.






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : "Επί τη αγγελία της εκκενώσεως υπό των Βουλγάρων του Δεδεαγάτς, ο αρχιμουσικός του «Αβέρωφ» κ. Σπινέλης παρήγγειλε εις τους μουσικούς να καθαρίσουν τα χάλκινά των όργανα – τα όργανα αυτά που παρήτησαν οι Βούλγαροι εις την Καβάλλαν- και να είναι έτοιμοι για να χαιρετίσουν τον είσπλουν μας εις το Δεδεαγάτς με τα πλέον χαρμόσυνα εμβατήρια.
Τα όργανα πράγματι εκαθαρίσθησαν, οι μουσικοί έβαλαν τας λινάς των στολάς, ολοκάθαρες και γεωμετρικώτατα σιδερωμέναις στας τσακίσεις, και ήρχισαν μάλιστα και τας δοκιμάς.
Μετά την θέαν όμως της καιομένης πόλεως ούτε λόγος πλέον ηδύνατο να γίνη περί μουσικής, και κανείς δεν εσκέπτετο για αυτήν, ότε ένας μουσικός παρουσιασθείς εις τον δάσκαλον ηρώτησε σοβαρώτατα·
-Τι θα παίξωμε, όταν μπούμε στο Δεδεαγάτς;
Και η ερώτησις αυτή μολονότι απλουστάτη έκανε όλο το πλήρωμα να πάθη αβαρίαν ενός  μεριδίου από την λύπην του και να γελά ακόμη με τον περίεργον ναυτικόν."




Εκ Δεδεαγατς παρέλαβεν 240 προκρίτους Ελληνας και 90 εκ Μάκρης όπου και μεταξύ άλλων έσφαξαν τον Θ. Παναγιώτου και Αποστ. Αντωνίου εβδομηκοντούτην γέροντα, αφού προυγουμένως είδε φρικώδη όργια εις βάρος των μελών της οικογενείας του. Πάντα τα πλοιάρια πρό πολλού είχον εγκλείσει εν τω λιμενίσκω φράξαντες το στόμιον αυτού, τα δε επί της ακτής άλλα επυρπόλησαν και άλλα ετρύπησαν.

Διό και αποφασιστικοί τινές λεμβούχοι ηναγκάσθησαν διά των χειρών να μεταφέρωσι ύπερθεν των εν τω λιμενίσκω βυθισμένων πλοίων λέμβον τινά και να σπεύσωσι προς συνάντησιν του Ελληνικού ανιχνευτικού όπερ ειδοποιηθέν περί των διατρεχόντων έσπευσεν αψηφήσαν τον εκ των τορπιλών κίνδυνον να καταπλεύση πρό της πόλεως. Τούτο ήτο ο «Ιέραξ» ούτινος ο κυβερνήτης του αντιπλοίαρχος Αλέξανδρος Κριεζής απεβιβάσθη αμέσως όπως συνεννοηθή μετά των Προξένων και του Μητροπολίτου διά την σύστασιν πολιτοφυλακής, την κατάσβεσιν της πυρκαιάς και των ληπτέων μέτρων διά την ασφάλειαν της πόλεως.

Την 3ην μ. μ. εξήλθε του «Ιέρακος» ο ύπαρχος αυτού υποπλοίαρχος κ. Π. Αργυρόπουλος όστις συνεννοήθη μετά του Μητροπολίτου και των Προξένων διά την λήψιν συμπληρωματικών ασφαλείας μέτρων μέχρι τής αφίξεως τού επιλοίπου στόλου. Την 6ην μ. μ. κατέπλευσαν τα θωρηκτά «Σπέτσαι» και «Ύδρα» τα αντιτορπιλλικά «Ασπίς» και «Θύελλα» μετα μίαν δε ώραν κατέπλευσεν ο «Αβέρωφ». Πάντα τα πλοία ηκολούθησαν την ακτήν του Αίνου συμφώνως προς τας υποδείξεις του κυβερνήτου του «Ιέρακος».



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : "οι Βούλγαροι είχαν αποκλείσει τον λιμένα του Δεδεαγάτς με τορπίλλας, όπως είχαν αποκλείσει τας Ελευθεράς και την Καβάλλα. Είναι όμως τόσο θαυμάσιοι οι Βούλγαροι και τόσο πρωτότυποι εις την τοποθέτησιν των ξεκοιλιαστικών αυτών δια τα πλοία  εργαλείων, ώστε μπορεί να εισέλθη κανένας μέσα εις τα αποκλεισμένα λιμάνια ακόμη και χωρίς πιλότους και χωρίς να έχη ιδέαν που τας έχουν τοποθετήσει. Το πώς γίνεται το θαύμα αυτό, μόνον οι Βούλγαροι είναι δυνατόν να το γνωρίζουν.
Το μόνον που γνωρίζομε εμείς είναι ότι και εις τους τρεις αυτούς λιμένας εισήλθαμε χωρίς πλοηγό, περνώντες μέσα από ταις τορπίλλαις, αι οποίαι σημειωτέον, είναι τελευταίου συστήματος και τόσο ευαίσθητοι, ώστε να εκραγούν και από την πίεσιν μόνο του νερού.
Πολύ ριχά όμως τα νερά του Δεδεαγάτς. Απέχομε πολλά μίλλια από την παραλίαν, και ο πλους μας είναι δυσκολώτατος. Η βολίς μας κατ’ επανάληψιν ριπτομένη δείχνει βάθος βυθού τεσσεράμισυ οργυιών. Προχωρούμε με μεγάλον κίνδυνο, διότι μισής μόνον οργιάς αν εύρωμε ριχότερα νερά, θα καθίσωμε εις την άμμο.
Ακόμα μου φαίνεται πως θα ήτο παράλειψις καθήκοντος οφειλομένου σε μας τους ίδιους, αν δεν αναφέρω ότι καθ’ όλον αυτόν τον πλουν ανάμεσα από τας κρυμμένας τορπίλλας, και με όλον τον διπλούν φόβον ή να καθίσωμε στην άμμο ή σε κανένα βράχο, ή το χειρότερο να τιναχθούμε στον αέρα από καμμιά τορπίλλα, δεν δίνομε δεκάρα για όλους αυτούς τους κινδύνους, και μας φαίνεται σαν να πλέωμε μέσα από θάλασσα πλημμυρισμένη μόνον από μύρα και άνθη.
Η έλλειψις κάθε φόβου από μέρους μας, αν και μας κατέλαβε ασυναίσθητα, εν τούτοις μπορεί να εξηγηθή και να αποδοθή εις την μεγάλην πεποίθησιν που είχαμε εις τον Θεόν και εις τον Ναύαρχόν μας."



Την  κατάληψη της Καβάλας πραγματοποίησε ο ναύαρχος Κουντουριώτης.


Στην Καβάλα βρίσκονταν 2.000 Βούλγαροι στρατιώτες με τηλεβόλα, τέσσερα από τα οποία τοπομαχικά που είχαν μεταφερθεί από την Αδριανούπολη και είχαν τοποθετηθεί σε λόφους γύρω από την πόλη, καθώς και τέσσερα πεδινά τηλεβόλα. Πεντακόσιοι στρατιώτες και τρία άλλα τηλεβόλα βρίσκονταν «παρά τας Ελευθεράς».

Ο ναύαρχος Κουντουριώτης αποφάσισε να εκτοπίσει με «κόλπο» τους Βούλγαρους. Ζήτησε να στείλουν από τη Θεσσαλονίκη πέντε μεγάλα μεταγωγικά, τα οποία έφθασαν την προηγούμενη Τρίτη. Ο στόλος, με τα μεταγωγικά κενά, έκανε μεγάλες κινήσεις όλη την ημέρα μπροστά από το λιμάνι της Καβάλας, με πρόθεση απόβασης.


Όταν ήρθε η νύχτα, τα μεταγωγικά προσέγγισαν την ανατολική ακτή της Καβάλας και από μακριά ο στόλος έστελνε με τους προβολείς του «μεγαλοπρεπή χείμαρρον φωτός» σε συγκεκριμένο σημείο της ακτής.


Εν τω μεταξύ, τα αντιτορπιλικά «Λόγχη» και «Λέων» διήλθαν από τις Ελευθερές, όπου βομβαρδίστηκαν από τρία ακάλυπτα τηλεβόλα, που ήταν τοποθετημένα σε λόφο.  Τα αντιτορπιλικά απάντησαν. Ένα βλήμα από τον «Λέοντα» ανατίναξε μια αποθήκη πυρομαχικών των Βούλγαρων, ενώ άλλη οβίδα έθεσε εκτός μάχης άλλο τηλεβόλο.
 

 
 
«Οι Βούλγαροι ετράπησαν εις φυγήν. Τα αντιτορπιλλικα δε άθικτα επανήλθον εις την Θάσον. Το τέχνασμα του κ. Κουντουριώτου επέτυχεν ούτω πλήρως», σύμφωνα με το σχετικό τηλεγράφημα που εστάλη στο υπουργείο Εξωτερικών.

«Πάντα τα κενά μεταγωγικά τα κατευθυνθέντα ανατολικώς της Καβάλλας επλήρωσαν φόβου τους Βούλγαρους, φοβηθέντας απόβασιν μεγάλων ελληνικών δυνάμεων.
Την νύκτα οι Βούλγαροι εγκατέλειψαν την Καβάλλαν παραλαβόντες τα τηλεβόλα αλλ’ εγκαταλείψαντες 5000 όπλα, όλα τα πυρομαχικά πυροβολικού και ένα προβολέα όστις είχε χρησιμοποιηθή κατά την πολιορκίαν της Αδριανουπόλεως.


Την πρωΐαν της Τετάρτης η «Δόξα» και ο «Πάνθηρ» εισήλθον εις την Καβάλλαν, ην και κατέλαβον δι’ αποβατικού αγήματος. Δώδεκα στρατιώται Βούλγαροι εγκαταλειφθέντες συνελήφθησαν και μετεφέρθησαν εις την Θάσον.


Άπας ο πληθυσμός της Καβάλλας εξεχύθη εις τας οδούς με παλμούς χαράς δεξιωθείς τους ελευθερωτάς», καταλήγει το τηλεγράφημα.


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η κατάληψη της Καβάλας.

 Στις 26 Ιουνίου του 1913 ο ναύαρχος Κουντουριώτης αναγγέλλει στο υπουργείο Ναυτικών με το εξής τηλεγράφημα την κατάληψη της πόλης :

«Καβάλλα καταλήφθη εν ονόματι Βασιλέως· εν λιμένι ορμούσι «Πάνθηρ», «Ιέραξ» και «Δόξα». Λαός πανηγυρίζει».

 Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που συγκέντρωσε ο Φαλτάιτς, η εκκένωση της πόλης από τους Βούλγαρους άρχισε να γίνεται το απόγευμα της 25ης Ιουνίου.


«Οι Βούλγαροι εμάζεψαν τα πράγματά των, τα πολεμοφόδια και τα κανόνια των, άδειασαν τα σπίτια, τα οποία εχρησίμευαν ως στρατώνες, στραταρχεία, φρουραρχεία, διοικητήρια, λιμεναρχεία, σχολεία, τελωνεία, δικαστήρια, τηλεγραφεία  και δεν ξέρω τι άλλο ακόμα και φορτώσαντες τα πράγματά τους σε κάρρα και βωδάμαξας, άρχισαν να του δίνουν πηγαίνοντες εις τον αγύριστον, ενώ οι Καββαλιώται, κρυμμένοι πίσω από τα παράθυρα των σπιτιών των, τους εκορόϊδευαν για το κωμικοτραγικό του φευγιού των και τους έστελναν χίλιες βλασφήμιες και αναθέματα μαζί με της πλέον θερμάς των προσευχάς και ευχαριστίας, που ανέπεμπαν στον Θεό για την με τόσους παλμούς προσδοκωμένην ελευθερίαν των».


 «Πριν να φύγουν οι Βούλγαροι έκαμαν ένα αρκετά επίσημο και μακροσκελές πρωτόκολλον παραδόσεως της πόλεως, το οποίον και παρέδοσαν εις τους εκεί προξένους των Δυνάμεων. Εις το πρωτόκολλον αυτό ως εν υστερογράφω ανεφέρετο ότι η πόλις παρεδίδετο όχι οριστικώς αλλά προσωρινώς και ότι ο βουλγαρικός στρατός θα εγύριζε πάλι νικηφόρος δια να την θέση υπό τους πόδας του κραταιοτάτου Τσάρου πασών των Βουλγαριών».




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Καρτ ποστά της Καβάλας σαν ενθύμιο της απελευθέρωσή της.



«Η σπουδή των Βουλγάρων από του να εγκαταλείψουν την πόλιν ήτο τόσον μεγάλη, ώστε μεταξύ των άλλων πραγμάτων, τα οποία παρήτησαν, ήσαν και δυο μεγάλα τοπομαχικά πυροβόλα, προστατεύοντα την είσοδον του λιμένος και ένας μεγάλος ηλεκτρικός προβολεύς – ο προβολεύς που είχαν πάρει οι Βούλγαροι από την Αδριανούπολιν.
Τον προβολέα αυτόν οι Καβαλλιώται το ίδιο βράδυ, εορτάζοντας την απελευθέρωσίν των, τον ήναψαν και έρριχναν τα μεγάλα φωτεινά του τόξα εις τον στόλον μας, πράγμα το οποίον έκανε εμάς να υποθέσωμε, πολύ φυσικά, αφού ακόμη δεν είχαμε μάθει την φυγήν του τέρατος, ότι ήσαν οι Βούλγαροι, οι οποίοι έρριχναν τον προβολέα, φοβούμενοι επίθεσιν του στόλου μας».


«Αλλά μήπως έχουν αρχή και τέλος τα επεισόδια της Βουλγαρικής ευφυίας. Βλέπετε ότι τώρα μπήκαμε εις τα φαιδρά.
Ακούτε και ένα άλλο, το οποίον δυστυχώς για τα κουρασμένα από το γράψιμο χέρια μου, δεν είναι το τελευταίο.



 Η ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ ΤΟΥ ΑΦΕΡΩΦ ΑΠΟ ΤΟ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟ ΙΠΠΙΚΟ



Οι βούλγαροι βέβαια ήλπιζαν ότι θα καταφέρουν να αιχμαλωτίσουν το ναυτικό μας με το ιππικό τους! Έτσι προπαγάνδιζαν στους κατοίκους το πιο κάτω :


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η είσοδος των τμημάτων της 7ης Μεραρχίας στην Καβάλα έγινε από την τοποθεσία Αμπελόκηποι. Η υποδοχή του στρατού έγινε στην ερημική τοποθεσία που αργότερα ήταν τα πλυντήρια Τσακατάρα. 


«Μια ή δυο μέρες πριν φύγουν οι Βούλγαροι από την Καβάλλαν, έλεγαν εις τους Έλληνας κατοίκους να μη χαίρωνται και να μην ελπίζουν ότι θα τους ηλευθέρωνεν ο στόλος μας, γιατί τον «Αβέρωφ» τον συνέλαβε το ιππικό των και αιχμάλωτο τον πηγαίνει εις την Σόφια.

Το γεγονός αυτό είναι αυθεντικώτατον, το ξεύρει όλη η Καβάλλα και τώρα πιά που είναι ελευθέρα, οι κάτοικοί της θα το διηγούνται γελώντας εις τα αγήματά μας και τον στρατόν μας».  


   




ΛΑΦΥΡΑ ΕΛΛΗΝΩΝ


            Με την  νικηφόρα προέλαση των, οι Ελλήνων συνέλαβαν:

Αιχμαλώτους :                        5330 εξ ων 71 αξιωματικοί
Τηλεβόλα      :                             84
Κάρρα πολεμοφοδίων  :            215
Πολυβόλα :                                   9
Επαναληπτικά όπλα ;                7.900 μη συμπεριλαμβανομένων τα παλαιοτέρου τύπου
Μεταγωγικά κάρα                      500  και  περισσότερα
Οβίδες  :                                  7910
Άκαπνα βλήματα:                      589
Φυσίγγια :                       1.200.000



            Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι Σέρβοι δεν μπόρεσαν να παρακολουθήσουν τους ρυθμούς των Ελλήνων, εάν είχε συμβεί αυτό η καταστροφή των Βουλγάρων θα ήταν ολοκληρωτική.

            Δες τι γράφει ο Κ Πράις:

«….οι Βούλγαροι βρήκαν τους διδασκάλους των εις τους Έλληνας…η καταπληκτική ορμή του Ελληνικού πεζικού …..εντάθει εις το ακρότατον όριον η πατριωτική προσπάθεια των Ελλήνων….».




Ο ΜΙΚΡΟΤΕΡΟΣ ΥΠΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ


Πράγματι οι Έλληνες στον δεύτερο βαλκανικό πόλεμο εκδικήθηκαν τους Βούλγαρους, για την θρασύτητα και τις θηριωδίες δεκαετιών ένα χαρακτηριστικά παράδειγμα είναι η δημοσίευση της «Εστίας» για τον Γεράσιμος Ραυτόπουλος - ο οποίος ήταν νεαρότερος Υπαξιωματικός σε όλη την Ιστορία του Ελληνικού Στρατού:



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΣ.


«Σας παρουσιάζομεν σήμερον τον μικρότερον υπαξιωματικόν του Ελληνικού Στρατού.
Είναι ηλικίας 12-13 ετών και κατάγεται από το Φισκάρδον της Κεφαλληνίας.
Το όνομα του ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ο πατέρας του αρτοποιός εις την Ύδραν, η μητέρα του μένει εις τον Πειραιάν και αυτός ήτο υπηρέτης εις Πύλον όπου τον εύρεν η επιστράτευσις.

Το πολεμικόν μένος που είχε καταλάβει όλον τον κόσμο, ηλέκτρισε και τον μικρόν υπηρέτην, ο οποίος εζήτησεν αμέσως όσα χρήματα είχε να λαμβάνει από τον πάτρωνά του και την επομένη απεβιβάζετο εις Αθήνας, παρουσιασθείς εις το Στρατολογικόν γραφείον όπως καταταχθή εθελοντική. Η ηλικία του δεν εβοήθησε την αποδοχήν της αιτήσεώς του και ο μικρός έφυγε από το γραφείον λυπημένος αλλ’ όχι και απηλπισμένος.

Μίαν πρωίαν διαφυγών την προσοχήν των φρουρών, εσκαρφάλωσεν εις τον μεταξύ των δύο βαγονίων χώρον και μαζί με τον στρατόν έφθασεν εις την Λάρισσαν, όπου επί τέλους μετά την τόσην του επιμονήν εγένετο δεκτός εις το 18ον σύνταγμα της 6ης μεραρχίας ως “παιδί του συντάγματος”.

Εις την μάχην της Ελασσώνος έγεινε κάτοχος Τουρκικού λαφύρου, όπλου Μαρτίνι, με το οποίον έλαβε το βάπτισμα του Πυρός.
Η ανδρεία του εξετιμήθη από όλους και εις την μάχην του Σαρανταπόρου του εδόθη εις ένδειξιν αναγνωρίσεως της ικανότητός του, Μάλινχερ.

Εις την πεισματώδη μάχην του Κιλκίς ευρέθη μεταξύ πέντε Βουλγάρων αιχμάλωτος, αλλά καθ’ ην στιγμήν οι Βούλγαροι ησχολούντο να εύρουν κανένα σχοινί διά να τον δέσουν, αυτός αρπάζει το Μάλινχερ και ρίπτει νεκρούς τους τρεις, ενώ οι δύο άλλοι εσώζοντο διά της φυγής.

Κατ’ αυτόν τον τρόπον, ο μικρός στρατιώτης έσωσε και έναν τραυματίαν εύζωνον, όστις θα περιήρχετο εις χείρας των δημίων.
Το γεγονός τούτο της ανδραγαθίας του λιλιπουτείου υποδεκανέως επιστοποιήθη και επισήμως, μεθ’ ο και ο διοικητής του τον προήγαγε εις δεκανέα».



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ :  Αποβίβαση στρατου στην Θεσσαλονίκη.




ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΕΣ ΘΗΡΙΩΔΙΕΣ
             

Όταν ο συνταγματάρχης Σωτήλης μετά από επιτυχή μάχη μπήκε στην Νιγρίτα βρήκε την μέχρι προ ολίγου ευημερούσα πολίχνη μεταμορφομένη σε καπνίζοντα ερείπια. Από τα 1450  σπίτια 49 διεσώθηκαν, παντού πτώματα κατακρεουργημένα πάνω από 400 άνθρωποι σκοτωμένοι με λογχισμό.

            Η Σέρρες έδρα του στρατηγού Βουλκώφ , την 22/5 Ιουλίου 1913 τα Βουλγαρικά στρατεύματα εξεκένωσαν την πόλη. Την  νύκτα της 27ης προς 28ης Ιουνίου (10 με 11 Ιουλίου μικτή δύναμη Βούλγαρικού πεζικού, ιππικού και άτακτοι τοποθέτησαν πυροβόλα στον λόφο Νταουκλή και άνοιξαν πυρ, ακολούθως εισήλθαν στρατεύματα με βόμβες μεταξύ τους υπήρχαν και οι Δρ Γιάγκωφ γραμματέας του στρατηγού Βούλκωφ, ο Λαραγκιοζώφ πρώην διευθυντής της Αστυνομίας  και ο Ορφαμιέφ αρχηγός της χωροφυλακής Σερρών. Αποθήκες και σπίτια κατακλέφτηκαν, κάθε τρίτο σπίτι περιεχύνετο με   πετρέλαιο και πυρπολείτο, οι περίτρομοι κάτοικοι έτρεχαν εκτός πόλεως να σωθούν και όσους έπιαναν τους τουφέκιζαν, ενώ άλλοι κρινοντουσαν όπου έβρισκαν. Τα θύματα είναι περισσότερα των 57. Επί αυτών των γεγονότων έγραψε σχετική αναφορά ο Αυστριακός προξενικός πράκτωρ και διεβίβασε στο Γενικό προξενείο στην Θεσσαλονίκη.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Αφίσα του δεύτερου βαλκανικού πολέμου.


            Όταν υπεχώρησε ο στρατός του Ιβανώφ πήρε μαζί της κατά την Βουλγαρική συνήθεια και όμηρους, 7 από αυτούς βρέθηκαν σκοτωμένοι σε χωράφι αραβοσίτου από τον Γ Μπουρντών του διάσημου Γάλλου δημοσιογράφου ο οπόιος έκανε και την περιγραφή δες μερικά αποσπάσματα :

«Εις από τα επτά θύματα , κτυπηθείς εκ των όπισθεν , κατέπεσεν πρηνής και το σώμα του είχε καλυφθή σχεδόν κατά το ήμισυ υπό της ιλύος …άλλος έλαβε τρομερόν πλήγμα επί του κρανίου δια του υποκοπάνου του όπλου, ο υποκόπανος δε  αποσπασθείς ως εκ της σφοδρότητος  του πλήγματος, λεκειτο εις απόστασιν ολίγων ποδών, Εν πτώμα έκειτο ύπτιον με ανοικτούς τους βραχίονας και με τους δάκτυλους σφίγγοντας το χώμα …Το ανοικτόν στόμα εφαίνετο ως εάν εξέφραζε κραυγήν τρόμου. Τα θύματα αυτά δεν ήταν χωρικοί . Ήσαν καλοενδεδυμένοι με καλλίστης ποιότητος υφάσματα….Ήσαν ο γυμνασιάρχης Παπαπαύλος, ο δόκτωρ Χρυσάφης ο πρώτος ιατρός των Σερρών και ο Σταμούλης ο διευθυντής της τραπέζης της Ανατολής.»


            Αλλά και ο διευθυντής της Αμερικανικής Εταιρείας Καπνών αφηγήθηκε ιστορία σφαγής Ελλήνων.

            Υπάρχει αυθεντική περιγραφή του Γάλλου κ  Valette προς τον συμπατριώτη του κ  Rene Puaux ωμοτήτων που διαπραχθήκαν από τους υποχωρούντες εκ Καβάλας Βουλγάρων στο Δοξάτο.

            Πολλά μικρά παιδιά στο νοσοκομείο έφεραν τραύματα στο κεφάλι από σπαθί Βουλγάρων ιππέων .


            Ο συνολικός αριθμός των σφαγέντων είναι μεταξύ 400 και 600 μερικά πτώματα είχαν καείστα έκτροπα πήραν μέρος και Τούρκοι, και τα εγκλήματα γίνηκαν παρουσία των Αθανασίου Πριστέφ διευθυντού της Αστυνομίας, του Βάκεφ δικαστού, Ιωάννου Μπορώφ και Λαρακώφ, μετά την σφγή οι Βούλγαροι πυρπόλησαν την Ελληνική συνοικία.

            Στο Δεμίρ Ισσάρ βρέθηκαν πάνω από 20 άτομα  που διεσώθηκαν και διηγούντο φρικτές ιστορίες, προ της εκκενώσεως της πόλεως συνελήφθησαν 100 κάτοικοι με τον επίσκοπό τους και 3 ιερείς και φυλακίστηκαν σε ένα Βουλγαρικό σχολείο. Στην αυλή του σχολείου οι σφαγείς διέταξαν να ανοιχτεί κυκλική τάφρος και εκεί έβαλαν τα θύματά τους που σε άλλους τους έβγαλαν τα μάτια, άλλους έσπασαν το κεφάλι, άλλους λόγχισαν. Μετά τους έρξαν στην τάφρο και την κάλυψαν με χώμα, ένα άτομο που τάφηκε έζησε και διηγήθηκε τις φρικιαστικές ιστορίες.

            Αλλά και στις περιοχές των Σέρβων η ίδια εικόνα, σφαγές Μουσουλμάνων χωρικών, σπίτια καταστρεμένα, βιασμοί γυναικών κάθε ηλικίας, όλες δε αυτές τις πράξεις πιστοποιούν η διεθνής επιτροπή από ιατρούς ενός Γάλλου, ενός Γερμανού, ενός Νορβηγού, ενός Γάλλου δημοσιογράφου και ενός χειριστού κινηματογράφου.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Οι μάχες ήταν σκληρές και φανατισμός επικρατούσε στους αντιμαχόμενους, αυτό αποδώθηκε και στις αφίσες της εποχής.


            Ας δούμε τι γράφει ο Κ Πράις και για τους Έλληνες :
«Οι Έλληνες εν τούτοις απέδωσαν καλόν αντί κακού. Εμερίμνησαν δια τους Βουλγάρους τραυματίας όσον και δια τους ιδικούς των, και εσεβάστηκαν και έθρεψαν τους αιχμαλώτους ….Εν τούτοις δεν επιθυμώ να είπω ότι η κοθόλου δράσις του Ελληνικού στρατού υπήρξεν εξ ολοκλήρου ανεπίληπτος. Θεωρώ δυνατόν, και πιθανόν έτι, ότι μεταξύ του υποχρεωτικώς θητεύσαντος στρατού της χώρας αυτής ….θα ευρίσκοντο και ατίθασοι τινές χαρακτήρες, οι οποίοι εξερεθιζόμενοι εκ των σκηνών των οποίων εγένοντο μάρτυρες, παρεφέροντο κατά του εχθρού, δύναμαι όμως να βεβαιώσω άνευ φόβου διαψεύσεως, ότι αο τοιαύται περιπτώσεις, και αν συνέβησαν πράγματι, αποτελούν μεμονωμένα γεγονότα, άτινα διεπράττοντο εν καταφώρω, αν μη σθγγνωστή απειθεία προς τας διαταγάς των ανωτέρων αξιωματικών…..διεπράχθησαν τυχόν ατομικαί παρεκτροπάι υπό ωρισμένων στρατιωτών, αλλά το ότι θα διέφευγε και εις καν Βούλγαρος την εκδίκησιν των νικητών . Ουδεμίαν σιγκεκριμένη περίπτωσις αγριότητος διαπραχθείσης υπό Έλληνος περιήλθεν εις γνώσιν μου ή εις γνωσιν οιουδήποτε των δημοσιογράφωνσυναδέλφων μου, αν και πάντες ήμεθα ελεύθεροι να περιιπλανώμεθα κατά βούλησιν εντός της ζώνης, όπου αι εγκληματικαί πράξεις, περί ων ισχυρίζονται οι Βούλγαροι, έπρεπε κατ ανάγκην να είχον διαπραχθή».

            Ας διαβάσουμε και ένα απόσπασμα της Τουρκικής εφημερίδας της Κωνσταντινουπόλεως «Ικδάμ» :

«Βλέπομεν ενόπιόν μας τους αγρίους Βουλγάρους, φυλήν άνευ ανθρωπισμού, άνευ τιμής, άνευ πολιτισμού. Παρβάλετε τα έργα των με τα έργα των Μογγόλων. Θα τα εύρετε έτι πλέον θηριώδη. Οι Βούλγαροι κατεπάτησαν ασυνηδείτως κάθε αρχήν ευσπλαχνίας και φιλανθρωπίας, τας θεμελιώδεις αυτάς αξιώσεις του πλαστού των Χριστινισμού.».




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ελληνικό ιππικό.


Ποιοι μιλάνε θα  πεις οι Τούρκοι και όμως και οι Τούρκοι φοβήθηκαν την Βουλγαρική θηριωδία!!!!





ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ Β ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ

Ο Λεωνίδας Παρασκευόπουλος (1860-1936) ήταν ένας μάλλον τυπικός επαγγελματίας στρατιωτικός, προσδεμένος στη βενιζελική παράταξη όχι τόσο λόγω ιδεολογίας όσο λόγω οικογενειακών συναφειών (η σύζυγός του Κούλα ήταν αδελφή του υπουργού του Βενιζέλου, και πολύ αργότερα πρωθυπουργού, Αλέξανδρου Διομήδη). 






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Επίσκεψη του αρχιστράτηγου Κωνσταντίνου (κέντρο) και του επιτελείου του στη Κανέτα. Ο διοικητής του πυροβολικού συνταγματάρχης Λ. Παρασκευόπουλος πρώτος δεξιά. Μπροστά πτώματα αλόγων.

Διακρίθηκε ιδιαίτερα στη μάχη του Σαρανταπόρου, ως διοικητής του 2ου Συντάγματος Πεδινού Πυροβολικού, στις επιχειρήσεις του Μπιζανίου, ως διοικητής της 2ης Μεραρχίας και αρχηγός του Πυροβολικού Στρατιάς, και στον ελληνοβουλγαρικό πόλεμο του 1913, ως διοικητής της 10ης Μεραρχίας. 


Στον Α´ Παγκόσμιο πόλεμο πρωταγωνίστησε στη μάχη του Σκρα και το 1919, αρχιστράτηγος πια του ελληνικού στρατού, αποβιβάστηκε πανηγυρικά στη Σμύρνηπου ήταν και η γενέτειρά του. Μετά την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του 1920 παραιτήθηκε κι εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Γαλλία. Επαναπατρίστηκε προς το τέλος της δεκαετίας, έγινε γερουσιαστής και διατέλεσε μάλιστα Πρόεδρος της Γερουσίας.


Στις αρχές Απριλίου του 1913 ο Παρασκευόπουλος. μετακινείται, επικεφαλής τώρα της 10ης Μεραρχίας, στη Γευγελή, όπου θα μείνει δυόμισι μήνες. Η απραξία και το ελάχιστα ελκυστικό περιβάλλον τον κάνουν πάλι γκρινιάρη και δύστροπο. Τα βάζει με τις μύγες: «Θεέ μου, τι πληγή είναι αυτή, είναι αδύνατον να σοι την περιγράψω. Κολλούν εις το πρόσωπον, διαρκώς να ταις βγάζης, δεν ημπορώ να γράψω. [...] Υπομονή, τι να κάμωμεν, ηθέλαμεν πόλεμον και Μεγάλην Ελλάδα, ας τα υφιστάμεθα»(!)



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Λεωνίδας Παρασκευόπουλος (1860-1936).

«Οι Σέρβοι σχετικώς καλλίτεροι από τους Βουλγάρους. Μας έχουν τόρα την ανάγκην μας και μας περιποιούνται, άλλως είναι και αυτοί βάρβαροι, σωβινισταί και πολύ πτωχοί και μικροί άνθρωποι. Είναι αφάνταστοι αι φορολογίαι των, έχουν τρελλάνει τους ανθρώπους, εγύμνωσαν δε και όλον τον κόσμον, μεταφέροντες πλείστα όσα οικιακά πράγματα εις Σερβίαν. Λαός πρόστυχος και μικρός».
«Μου δίδει δε εις τα νεύρα η προστυχιά των», «Οι Σέρβοι [...] είναι εγωισταί και τρομεροί Ταρταρίνοι, περιφρονούντες τους αντιπάλους των», «κατά βάθος είναι και αυτοί Σλαύοι, ελεεινοί», «Αναγκαζόμεθα να κάμωμεν Συμμαχίαν με άλλους ατίμους, τους Σέρβους. Και αυτό φωνάζω, δεν διαφέρουν από εκείνους. Τι Σύμμαχοι είναι αυτοί που κλείουν παντού τα σχολεία μας, δεν αφήνουν ελληνικάς επιγραφάς εις τα μαγαζιά, δεν αφήνουν σημαίας εις τας εθνικάς εορτάς, αφοπλίζουν τους Έλληνας. Αυτοί είναι οι αδελφοί Σέρβοι;». Ενδιάμεσα μια χαρακτηριστική ευχή: «Τώρα πάλιν οι Σέρβοι με τους Βουλγάρους εις τα μαχαίρια. Μακάρι να πιασθούν δια να ωφεληθώμεν ημείς». Και τέλος, εν είδει συνόψεως: «Δεν ημπορείτε να σχηματίσητε ιδέαν τι εστί Βούλγαρος και Σέρβος. Είναι ακόμη βάρβαροι, άγριοι, άπληστοι, πανούργοι, εγωισταί, μεγαλομανείς κ.τ.λ. Τουναντίον εις τον ισχυρόν ταπεινοί, δειλοί, αισχροί, άνευ τιμής κ.τ.λ.».


«Είναι αφάνταστος ο ενθουσιασμός των ανδρών μας, και το μίσος κατά των Βουλγάρων». 

Ο φανατισμός κατά του αντιπάλου, που δύσκολα ανιχνεύεται στις επιστολές από τον πόλεμο εναντίον των Τούρκων, είναι τώρα πανταχού παρών: «Φανατισμός φοβερός. Παντού τα βουλγαρικά χωρία καίονται». Ο ίδιος ο Π. σαστίζει: «Αλλά ποτέ μου δεν εφανταζόμην τοιαύτην ανδρείαν, τοιαύτην ορμήν, τοιαύτην αυταπάρνησιν, τοιούτον μίσος, τόσον πατριωτισμόν». Διαμιάς η μη πολεμική φυλή του Μπιζανίου γίνεται αρειμάνια: «Ήλλαξε η ελληνική φυλή, άλλως δεν εξηγείται. Ο δε φανατισμός δεν περιγράφεται».





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ :  Οι κάτοικοι του Melnik (Βουλγαρία), που προσπαθούν να ξεφύγουν από τους Βουλγάρους βάζοντας φωτιά στην πόλη τους.  Πρωτοσέλιδο της γαλλικής εφημερίδας Le Petit Journal7 του Σεπτέμβρη, 1913.


Στην πρώτη επιστολή του μετά την ανακωχή ο Π. κάνει έναν επιγραμματικό απολογισμό: «ο πόλεμος αυτός ουδεμίαν σύγκρισιν είχε με τον Τουρκικόν. Εκεί ήτον παιχνίδι, εδώ άγριος, φοβερός, θηριώδης». Οι ωμότητες που διαπράχθηκαν απ' όλες τις πλευρές σοκάρισαν τη διεθνή κοινή γνώμη, οι εκτελέσεις αιχμαλώτων προκάλεσαν παγκόσμια κατακραυγή. Ο, σε γενικές γραμμές ήπιος, Π. τις καταγράφει χωρίς τύψεις: «Τώρα ετουφέκισαν οκτώ παλιανθρώπους Βουλγάρους κομιτατζήζες. Είναι διαταγή του Βασιλέως να τους τουφεκίζωμεν αμέσως. Σκληρόν ολίγον αλλά εις τοιαύτα τέρατα δεν χρειάζεται ευσπλαχνία. Είδες εις το Δεμήρ Ισσάρ [Σιδηρόκαστρο] τι έκαμαν;». Και αμέσως μετά την ανακωχή:

«Πόσους ετουφέκισα! Σκληρός δεν είμαι, αλλά διοικώ και γνωρίζω τι θέλω».

….Απελπισία μας κατέχει όλους δια την συμφοράν. Η νίκη ουδεμίαν ευχαρίστησιν μας επροξένησεν. Πάντες σχεδόν οι αξιωματικοί εφονεύθησαν ή ετραυματίσθηκαν. Εκ της τοιαύτης καταστροφής διεσώθην μόνον τη βοηθεία του Θεού. Εύχομαι να τελειώσει έως εδώ η προέλασις ,ας και ο πόλεμος, διότι αν εξακολουθήση ουδείς θα διασωθή….

                                                            Δημήτριος Δάρας 16/7/1913




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : 3 Αυγούστου 1913  Η κατάσταση στην οποία βρήκαν τα Σέρβικα στρατεύματα στα εγκαταλελειμμένα από τους Βουλγάρους χωριά.


…. Ωρα αφίξεως εις Ξάνθην 6ην μμ καταυλισμός, πλήθος προς υποδοχήν έξω της πόλεως με μεγάλας ελληνικάς σημαίας, ενθουσιασμός άφθαστος, ζητωκραυγαί, συγκίνησεις, δάκρυα, περιπτύξεις, ασπασμοί χειρών με διαφόρους, επιφωνήσεις ων πρωτοστάτη το «Χριστός Ανέστη αδελφάκια μας». Οθωμανοί ενθουσιασμένοι εξ όσου, χανούμισαι αμιλώνται τας Ελληνίδας εις έκφρασιν ενθουσιασμών…..
                                                            Πετρόπουλος Πετροπουλάκης 12/7/1913


….Ομολογώ ότι είναι ίσως η συγκινητικωτέρα στιγμή του βίου μου. Ρίγη ενθουσιασμού διατρέχουν τα σώματα όλων μας. Η μικρά Ελλάς έγινεν πλέον μεγάλη και εργαζομένη τώρα θέλει καταστή σεβαστή και αγαπητή εις όλους. Δεν πρέπει να κοιμηθώμεν επό των δαφνών μας, αλλά πε΄ςπςι να εργασθώμεν, να εργασθώμεν φοβερά….

                                                Κωνσταντίνος Βάσσος  26/7/1913

….Η σημερινή γενεά απέκτησε πλέον δικαιωματικά τον τίτλο των ενδόξωτέρων προγόνων. Εγίναμε ένδοξοι πρόγονοι!Οι μεταγενέστεροι θα ομιλώσι περί ημών «οι πρόγονοι μας του 1912 -1913»! Λησμονούμε όλους τους κόπους , τας στερήσεις και τας θυσίας ας υπέστημεν. Οι καρποί και οι υλικοί αλά και οι ηθικοί, ήσαν αντάξιοι αυτών….
                        Ιπποκράτης Παπαβασιλέίου 27/7/1913




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Κάπως έτσι είδαν τους βαλκανικούς πολέμους 1912-1913 στην Ευρώπη, δηλαδή σαν μια εκατόμβη (και έτσι ήταν), φυσικά η Ευρώπη σε ένα χρόνο θα αντιμετώπιζε καταστρεπτικότερο πόλεμο τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.


Οι Βούλγαροι και οι Τούρκοι δεν πειράζουν τα ζώα. Όπου όμως μπούνε και μείνουν οι Ρωμιοί, μαζί με τον ξένο πληθυσμό φεύγουνε και τα λελέκια κι οι κάργες! «Φυλετική κυριαρχία!»

                   Κάτοικος Β Ρωμυλίας



           
Συνθήκη του Bουκουρεστίου (1913)



Η Ρουμανία αναδείχθηκε σε ρυθμιστή, η Βουλγαρία δεν δυσκολεύτηκε να συμφωνήσει με τα άλλα εμπόλεμα κράτη για τα νέα σύνορα. Το πρόβλημα εντοπίστηκε στην διεκδίκηση της Καβάλας. Στις 24.7/1913 όταν διεφάνη ότι η Ρουμανία δεν θα υπέγραφε χωριστή συνθήκη με την Βουλγαρία και ότι η Σερβία και η Ρουμανία θα επαναλάμβαναν τις εχθροπραξίες, η Βουλγαρία υποχρεώθηκε να υποχωρήσει στο θέμα της Καβάλας.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η Συνθήκη Βουκουρεστίου (1913) είναι η συνθήκη ειρήνης που συνομολογήθηκε στις 10 Αυγούστου του 1913 στο Βουκουρέστι, εξ ου και η ονομασία της, μεταξύ των Βασιλείων της Ελλάδας, της Ρουμανίας, της Σερβίας, και του Μαυροβουνίου αφενός και της Βουλγαρίας αφετέρου. Με τη συνθήκη αυτή δόθηκε τέλος στο Β' Βαλκανικό Πόλεμο ακριβώς μετά την ήττα της Βουλγαρίας.

Άρθρον 5

Τα μεταξύ του Βασιλείου της Ελλάδος και του βασιλείου της Βουλγαρίας σύνορα ακολουθούσι το εξής διάγραμμα, συμφώνως τω καταρτισθέντι υπό των οικείων στρατιωτικών αντιπρωσώπων πρακτικώ ... Η οροθετική γραμμή αναχωρεί από των νέων βουλγαροσερβικών συνόρων επί της κορυφής του όρους Μπέλες, καταλήγουσα εις τας εις το Αιγαίον Πέλαγος εκβολάς του ποταμού Νέστου ...
Συνομολογείται ρητώς ότι η Βουλγαρία παραιτείται πάσης επί της νήσου Κρήτης αξιώσεως.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Στο Petrich (Πετρίτσι)οι  αγρότες  εγκαταλείπουν την πόλη κατά  τις ελληνικές επιθέσειςκοντά στη συνοριακή πόλη ΠέτριτσιΠρωτοσέλιδο της γαλλικής εφημερίδας Le Petit Journal8 του Νοεμβρίου, 1925.



ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΕΣΒΕΥΤΙΚΗΣ



Οι μεγάλες δυνάμεις επείγονταν να ολοκληρώσουν την Πρεσβευτική του Λονδίνου για να μην εμπλακούν σε αναθεώρηση των αποφάσεων του Βουκουρεστίου τις αποδέχτηκαν και αποφάσισαν ότι η τύχη της Θάσου εξαρτιόταν από εκείνη της Καβάλας.

Η καταληκτήρια συνεδρίαση της Πρεσβευτικής την 29/7/1913 άφησε σε εκκρεμότητα δύο ζητήματα που αφορούσαν ζωτικά συμφέροντα της Ελλάδος στην Ήπειρο και το Αιγαίο.

Ο Βενιζέλος δυσπιστούσε στις προθέσεις αυτού του οργάνου  και επιχείρησε να προωθήσει περιορισμένες συμφωνίες με τις πιο μετριοπαθείς Δυνάμεις της Διάσκεψης.

Παρά την εμφανή υποστήριξη της Γαλλίας προσέκρουσε η υπόθεση στην Ιταλία να παραχωρήσει τα Δωδεκάνησα και να δεχθεί να συμπεριληφθεί η Κορυτσά στην Ελληνική επικράτεια. 

Η Πρεσβευτική αποφάσισε την σύσταση Διεθνούς Επιτροπής χάραξης των νοτίων συνόρων της Αλβανίας με οδηγίες να περιλάβει την Κορυτσά , το Στύλο και την Σάδδωνα στην Αλβανία, την ουδετερότητα του στενού της Κερκύρας, την παραχώρηση στην Ελλάδα υπό ορισμένες προυποθέσεις ουδετερότητα των νήσων του Αιγαίουμε εκαίρεση την Τένεδο και την Ίμβρο και την οριστική ρύθμιση των Δωδεκανήσωνμετά την επιστροφή τους στην Τουρκία.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Η Σερβία να λάβει υπό τη κυριαρχία της όλη τη Βόρεια Μακεδονία μέχρι τη Ραντοβίτσα και τη Στρώμνιτσα περιλαμβάνοντας το Μοναστήρι και το μεγαλύτερο τμήμα του Βαρδάρη (Βαρντάσκας). Τα δε Ελληνο-Σερβικά σύνορα είχαν όμως καθορισθεί από συνελθούσα ειδική διμερή επιτροπή που συνέταξε ιδιαίτερο πρακτικό το οποίο και είχαν προσυπογράψει, επτά ημέρες πριν, στις 3 Αυγούστου 1913 οι Πρωθυπουργοί Ελευθέριος Βενιζέλος και Νικόλα Πάσιτς αντίστοιχα .
Τα Ελληνο-Βουλγαρικά σύνορα (οροθετική γραμμή) σύμφωνα με το άρθρο 5 της Συνθήκης και του προσαρτημένου στη συνθήκη Πρωτοκόλλου της 17 Αυγούστου (1913) καθορίζονται ανατολικά μεν μεταξύ του όρους Μπέλες και των εκβολών του ποταμού Νέστου στο Αιγαίο, και βόρεια από εγγύς Στρωμνίτσας μέχρι όρους Μπέλες.
Η Ρουμανία μετά την επίθεση που ξεκίνησε η Βουλγαρία παρασυρόμενη από το πάθος πολεμικής λύσης, είχε εισβάλει στη Βουλγαρία από την οποία kαι προσάρτησε τη Βουλγαρική Δομβρουτσά.
Η δε Οθωμανική Αυτοκρατορία επανέκτισε την Αδριανούπολη και τμήματα της Α. Θράκης.
Αλλά και η Βουλγαρία αν και ηττημένη, διατήρησε το Μελένοικο και το Νευροκόπι στη βόρεια Μακεδονία καθώς και τη Δυτική Θράκη, εκτός της Καβάλας. Συνεπώς η Βουλγαρία, από τη Συνθήκη αυτή, εξήλθε πολλαπλά κερδισμένη τόσο σε έκταση, όσο και σε πληθυσμό. 

Η διάλυση της Πρεσβευτικής ήταν επιζήμια για τα Ελληνικά συμφέροντα, η Ελλάδα αντιμετώπιζε μόνη διεκδικήσεις σε δύο μέτωπα : στα δυτικά από την Ιταλία και στα ανατολικά από την Ιταλία και την Τουρκία.





ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

Η Πύλη μετά το τέλος των βαλκανικών πολέμων θέλησε πάσει θυσία να αποκτήσει ναυτική υπεροπλία απέναντι στην Ελλάδα με στόχο την ανάκτηση των νήσων του Αιγαίου.

Ο ναυτικός ανταγωνισμός των κρατών της Λατινικής Αμερικής (Αργεντινής, Βραζιλίας και Χιλής) κορυφώθηκε στην περίοδο  1910 με 1911 και προκάλεσε την παραγγελία μεγαλοπρεπών πολεμικών πλοίων, τα κράτη αυτά στην πορεία διπίστωσαν ότι δεν μπορούν να πληρώσουν.

 
Πέντε από αυτά «δρεδνώτ» που βρισκόντουσαν σε διάφορες φάσεις κατασκευής τους στα ναυπηγία της Αγγλίας και των ΗΠΑ. Τον Νοέμβριο του 1912 η Πύλη διαπραγματευόταν την αγορά των ορφανών αυτών πλοίων ή έστω κάποιων από αυτά υποσχόμενη να πληρώσει με μετρητά. Ταυτόχρονα μόλις τελείωσαν οι εχθροπραξίες ενεργοποίησε την παλαιότερη παραγγελία του θωρηκτού “Reischadieh.

Η Ελληνική πλευρά ένιωσε την απειλή, το “Reischadieh” θα ήταν έτοιμο τον Σεπτέμβριο του 1914, ενώ το από πολλές πόψεις κατώτερο «Σαλαμίς» θα ήτο έτοιμο την άνοιξη του 1915.

Μετά από μαραθώνιους διαπραγματεύσεων ανάμεσα σε Έλληνες, Τούρκους, Βραζιλιάνους και Άγγλους παράγοντες οι Οθωμανοί πέτυχαν να αγοράσουν το υπό περάτωση ναυπηγούμενο στην Αγγλία για λογαριασμό της Βραζιλίας θωρηκτό «δρεδνώτ» «Rio de Janeiro» που το μετονόμασαν σε «Sultan Osman I» και θα παραδιδόταν το φθινόπωρο του 1914, οι Οθωμανοί σε μια έξαρση πατριωτισμού παρείγγειλαν αμέσως και τρίτο πολεμικό πλοίο που θα παραδιδόταν το 1916.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : HMS Erin ήταν ένα θωρηκτό που το παράγγειλε η οθωμανική Αυτοκρατορία βρετανική εταιρεία Vickers, θα ονομαζόταν Reshadieh, η Η μελέτη βασίστηκε σε εκείνη του King George V, αλλά με μερικά χαρακτηριστικά του Iron Duke, με εντολή  του Winston Churchill, που ήταν ο Πρώτος Λόρδος του ναυαρχείου,  το πήρε  για χρήση από το βασιλικό ναυτικό.

Η Ελλάδα δεν πρόφταινε να παρακολουθήσει την φρενίτιδα των ναυτικών εξοπλισμών των Τούρκων. Προσπάθησαν με επισκέψεις στα ναυπηγεία όλου του κόσμου να αγοράσουν, ότι πουλιόταν σε κάθε δυνατό συνδυασμό, προτάθηκε μάλιστα στην Γαλλία να νοικιαστεί ένα δικό της   «δρεδνώτ» με την υποχρέωση σε περίπτωση πόλεμο να το επιστρέψει. Τελικά το μόνο που πέτυχε το Ελληνικό ναυτικό να παραγγείλει ήταν ένα πλοίο τύπου " Lorraineα" ήταν όμως έτοιμο το 1917.
Ακολούθησαν μήνες αγωνίας για την Ελλάδα διότι οι Οθωμανοί αποκτούσαν ναυτική υπεροχή και θα επιδίωκαν την ανακατάληψη των νήσων του Αιγαίου.

Η Ελληνική πλευρά ετοίμαζε σχέδια απελπισίας, όπως τον τορπιλισμό των νέων Τουρκικών πλοίων καθώς θα έπλεαν προς την Κωνσταντινούπολη.



ΣΧΕΔΙΟ ΜΕΤΑΞΑ

Υπεβλήθη στον Ε Βενιζέλο από το Ι Μεταξά  προέβλεπε :

«Χωρίς να κυρηχθεί πόλεμος, ένα σώμα στρατού με ταχύτητα και μυστικότητα θα αποβιβαζόταν αιφνιδιαστικά στην Καλλίπολη, τα Δαρδανέλια θα έπεφταν πριν κινητοποιηθεί ο τουρκικός στρατός. Η Κωνσταντινούπολη θα  έμενε ανυπεράσπιστη, ταυτόχρονα το σχέδιο προέβλεπε  οχύρωση των νησιών για αντιμετώπιση τουρκικής εισβολής».



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Το εύδρομο "Έλλη".  Ναυπηγήθηκε το 1912-1913 στις ΗΠΑ για λογαριασμό της κινεζικής κυβέρνησης με το όνομα "Fei-Hung", όμως η παραγγελία ακυρώθηκε λόγω Εθνικιστικής Επανάστασης που ξέσπασε στην Κίνα την περίοδο εκείνη. Αγοράστηκε τελικά από την ελληνική κυβέρνηση το 1914.


Πρότεινε στον Ε Βενιζέλο:

«Μόλις το Σουλτάν Οσμάν έφτανε στην μεσόγειο θα επέβαινε ο ίδιος σ ένα μικρό τορπιλοβόλο τύπου Αλκυών και θα βύθιζε το πλοίο. Μετά για να γλιτώσει η πατρίδα τον πόλεμο ας τον δίκαζαν, ας τον καθαιρούσαν και ας τον τουφέκιζαν».

Εν τω μεταξύ στα Ελληνικά νερά έφταναν όσα παράξενα σκαριά μπόρεσαν να αγοραστούν  πχ ένα κινέζικο καταδρομικό που ονομάστηκε «Έλλη» και έγινε διάσημο στις 15/8/1940 όταν τορπιλίστηκε στα νερά της Τήνου από τους Ιταλούς, δύο αρχαιοπρεπεί αμερικάνικα «προ δρεδνώτ» που ονομάστηκαν «Λήμνος» και «Κιλκίς» και αμέσως χαρακτηρίστηκαν ΑΧΡΗΣΤΑ από την βρετανική ναυτική αποστολή και παρακαλώ κόστισαν όσο ένα καινούργιο πλοίο 30.000 τόννων.


Τελικά προς μεγάλη ανακούφιση της Ελλάδος τον Αύγουστο του 1914, λίγες μόλις βδομάδες πριν την ανατροπή των ισορροπιών στο Αιγαίο άρχισε ο Α ΠΠ , τα τρομερά πλοία που παρήγγειλε η Τουρκία εντάχθηκαν στο Βρετανικό ναυτικό και διακρίθηκαν στον πόλεμο ( το “Reischadieh” μετονομάστηκε σε «Erin» και το «Sultan Osman I» σε «Azincourt» Τα 14 πυροβόλα των 305 χλστ του δευτέρου και τα 10 πυροβόλα των 340 χλστ του πρώτου εντυπωσίασαν στην διάρκεια του πολέμου (σε βρετανικά χέρια) και έδειξαν τι είδους δυσκολίες θα αντιμετώπιζε η Ελλάδα αν τα πλοία αυτά έφταναν στον Βόσπορο.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ηγήθηκε στην εκστρατεία.





ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ


(ΓΕΣ/ΔΙΣ Αθήνα 1987)
                                    ΝΕΚΡΟΙ         ΤΡΑΥΜΑΤΙΕΣ           ΣΥΝΟΛΟ

Α ΒΠ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ               760                           3.670               4.530
           ΗΠΕΙΡΟΣ        1.610                           5.620               7.230

ΣΥΝΟΛΟ                   2.370                           9.300             11.670

Β ΒΠ                           5.850                         23.850             29.700

ΣΥΝΟΛΟ                   8.220                         33.150             41.400
           
Από τους 33.150 τραυματίες οι 1.560 απεβίωσαν λόγω των τραυμάτων τους.
Οι προσβληθέντες από ασθένειες ανήλθαν σε 10.000 περίπου από αυτούς το 10% απεβίωσε υπήρξαν 600 παγόπληκτοι στην Ήπειρο και 200 αγνοούμενοι.

Μαζί με τις παράπλευρες απώλειες το κόστος των Βαλκανικών πολέμων ανήλθε σε 53.000 άνδρες.

Οι συνολικές απώλειες του Ελληνικού Στρατού ήταν 29.698 νεκροί και τραυματίες.

Αναλυτικά :

Αξιωματικοί, νεκροί 164 και τραυματίες 294
Υπαξιωματικοί και οπλίτες, νεκροί 5.689 και τραυματίες 23.553.
Αγνοούμενοι 188
Κρυοπαγήματα 580

Οι Σέρβοι είχαν απώλειες περίπου 43.000 νεκρούς και τραυματίες, οι Μαυροβούνιοι 1.200 και οι Βούλγαροι περίπου 83.000.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Ελ Βενιζέλος υπήρξε ο πολιτικός νους των βαλκανικών πολέμων.


ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΟΝΟΜΑΣΙΩΝ ΠΟΛΕΩΝ ΣΤΙΣ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ

Kατάλογο με τις διπλές ή τριπλές ονομασίες περιοχών, αποτέλεσμα κυρίως πολιτικών για τη δημιουργία εθνικά καθαρών κρατών.


1.Τωρινό όνομα (ή απλώς χρησιμοποιούμενο εκτός Ελλάδας) 2. Παλιότερο (ή απλώς ελληνικό) όνομα 3. Πληροφορίες


Τεκίρ Νταγ (Tekir Dag) Ραιδεστός Πόλη της Ανατ. Θράκης
Εντιρνέ (Edirne) Αδριανούπολη Πόλη της Ανατ. Θράκης
Γελιμπολού (Yelibolu) Καλλίπολη Πόλη της χερσ. Καλλίπολης
Ιζμίρ (Izmir) Σμύρνη Πόλη στα παράλια της Ιωνίας
Ερζερούμ (Erzurum) Θεοδοσούπολις Πόλη στα αρχαία εδάφη των Αρμενίων, βορειοανατολική Τουρκία
Βαν (Van) Θωσπίτις Λίμνη κοντά στα Ιρανοτουρκικά σύνορα.
Σαμσούν (Samsun) Σαμψούντα Τούρκικη πόλη στη Μαύρη Θάλασσα
Μπατούμ (Batum) Βαθύς Λιμήν Πόλη και λιμάνι στην δημοκρατία της Γεωργίας. Το Μπατούμ προέρχεται από την παραφθορά της ελληνικής ονομασίας του.
Γιάλτα (Yalta) Αιγιαλός Πόλη στην χερσόνησο της Κριμαίας, ανήκει τώρα στην Ουκρανία
Μπουργκάς (Burgas) Πύργος Παράλια πόλη της Βουλγαρίας.
Ζελένιτσε το ελληνικό του όνομα Σκλήθρο.
Γκόρνο Καράτζόβο το ελληνικό του όνομα Μονοκλησία.
Καμανίτσοβο το ελληνικό του όνομα Λιθιά.
Βλόρε (Vlore) Αυλώνα Αλβανική πόλη
Μαρίτσα (Marica) Έβρος Η Βουλγάρικη ονομασία του ποταμιού που χωρίζει την Θράκη σε ελληνικό και τούρκικο χωράφι.
Μεντερές (Menderes) Μαίανδρος Ποτάμι στην Μικρασία (επειδή η κοίτη του σχημάτιζε δίνες λόγω της ορμητικότητάς του δόθηκε το όνομα μαίανδρος που το συναντούμε σαν διακοσμητικό σε πολλά αρχαιοελληνικά μνημεία).





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Βέροια νοσοκομείο εκστρατείας σε αντίσχοινα.




Μπαντίρμα (Bandirma) Πάνορμος Πόλη της Τουρκίας στα παράλια της Προποντίδας
Μποζτσέαντα (Bozceada) Τένεδος Νησί στο ΒΑ Αιγαίο
Γκιοκτσέαντα (Gokceada) Ίμβρος Τουρκικό νησί στο βορειοανατολικό Αιγαίο. Πρέπει να σημειωθεί ότι το όνομα Ίμβρος δεν είναι καν ελληνικό αλλά Προελληνικό.
Ιστανμπούλ (Istanbul) Κωνσταντινούπολη Η πόλη των πόλεων, που το όνομά της πάλι από τα ελληνικά έχει βγει: Εις την Πόλι = Ιστανμπούλ
Κιζίλ Ιρμάκ (Kizil Irmak) Άλυς Ποτάμι που διασχίζει την κεντρική Τουρκία
Μπίτολα (Bitola) Μοναστήρι Πόλη στα νοτιοδυτικά εδάφη της ΠΓΔ Μακεδονίας
Βογιούσα (Vojusa) Αώος Ποτάμι που πηγάζει στην Ελλάδα και διασχίζει την Αλβανία
Μπούρσα (Bursa) Προύσσα Πόλη της ΒΔ Μικρασίας, πρώτη πρωτεύουσα του Οθωμανικού κράτους
Ερτσιγιάς Νταγ (Erciyas Dag) Αργαίος Βουνό στην Καππαδοκία, κοντά στην Καισάρεια
Πότι (Poti) Φάσις Γεωργιανή πόλη στα παράλια του Εύξεινου Πόντου
Σουχούμι (Sokhum) Διοσκουριάς Πόλη της Γεωργίας και αυτή. Μερικοί λένε ότι από το Διοσκουριάς βγαίνει το σημερινό όνομα.
Τμπίλισι (Tbilisi) Τυφλίδα Η πρωτεύουσα της Γεωργίας
Κοτσαελί (Kocaeli) Νικομήδεια Πόλη της ΒΔ Τουρκίας
Μποντρούμ (Bodrum) Αλικαρνασσός Πόλη των νοτίων παραλίων της Μικρασίας. Το όνομα Bodrum λέγεται ότι προέρχεται από το ελληνικό Ιππόδρομος
Γκιρεζούν (Girezun) Κερασούντα Τούρκικη πόλη στα παράλια του Εύξεινου Πόντου
Τραμπζόν (Trabzon) Τραπεζούντα Τούρκικη πόλη στα παράλια του Εύξεινου
Ιζνίκ (Iznik) Νίκαια Πόλη στη ΒΔ Τουρκία
Στάρα Πλάνινα (βουλγάρικα) και Μπαλκάν (τούρκικα) Αίμος Το γνωστό βουνό που δίνει το όνομά του στην βαλκανική χερσόνησο.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η πιστροφή του βασιλια Κωνσταντίνου στην Αθήνα (5-8-1913)  μετά την νικηφόρα εκστρατεία κατά των βουλγάρων, η υποδοχή του ξεκίνησε από το Φάληρο. 

Κομοτηνή, Γκιουμουρτζίνα (βουλγάρικα).
Τζανάκ Καλέ (Canakkale) Δαρδανέλια Πόλη στα στενά του Ελλήσποντου που έδωσε το όνομά της στα στενά. Ονομάστηκε έτσι για την παραγωγή σε πήλινα αντικείμενα: Τζανάκ = πηλός
Πλοβντίβ (Plovdiv) Φιλιππούπολη Πόλη της Βουλγαρίας, πρωτεύουσα του κράτους της ανατολικής Ρωμυλίας (1878-1885)



ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 

            Στο «Δωδεκάλογο του γύφτου» (1907) ο Κ Παλαμας παρουσιάζει το αίσθημα απογοήτευσης και εθνικής ταπείνωσης των Ελλήνων.

            Μετά τους πολέμους του 1912 – 1913 γίνονται αλλεπάλληλες προκηρύξεις διαγωνισμών για την σύνθεση ποιημάτων και διηγημάτων από τα έσοδα των πανελληνίων εράνων για τον πόλεμο. Πάνω από 1200 ποιήματα και περίπου 300 διηγήματα υποβλήθηκαν στους διαγωνισμούς.

            Τον εθνικό παλμό πρώτα έπιασε το Θέατρο, ανεβαίνουν τα έργα
«Πανεγερτήριο» το 1912.
«Πολεμικό Πανόραμα» και «Πολεμικά Παναθήναια» το 1913.
«Αποστράτευση» και «Επινίκια» το 1914.

            Ο Κωστής Παλαμάς έγραψε μια σειρά από 27 ποιήματα με το γενικό τίτλο «Στη χώρα που αρματώθηκε».

            Ο Μανόλης Καλομοίρης έφτιαξε το περίφημο «Εμπρος»

Εμπρός! Ολόρθοι, ατρόμαχτοι,
Μαυρίλα, Αστροπελέκι.
Να το σπαθί γοργάστραψε,
Και να! Η βροντή τουφέκι!
Στον Πίντο απ το Ταΰγετο
Και στα Μπαλκάνια ως πέρα,
Μια φλόγα, μια η φοβέρα,
Κ ένας νους . Εμπρός!




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ :  Ο Στρατής Μυριβήλης υπήρξε στρατευμένος και μαχητής, γενικά ο λογοτέχνης αυτός συμμετείχε σ όλα τα προσκλητήρια των εθνικών αγώνων. 

            Ο  Άγγελος Σικελιανός (στρατιώτης στον πόλεμο) δημοσίευσε  τα «Επινίκοι Α»«Λυρικός βίος».

            Ο Λορέντζος Μαβίλης στα 52 του κατατάχτηκε εθελοντής στο Δρίσκο της Ηπείρου, στα ποιήματά του υμνήθηκαν ανώνυμοι νεκροί.

            Ο Γρ Ξενόπουλος έγραψε το διήγημα «Ο πόλεμος» που δημοσιεύτηκε στο «Έθνος».

            Ο Στρατής Μυριβήλης εθελοντής στο βαλκανικό μέτωπο, δημοσιεύει τις εμπειρίες του στην εφημερίδα της Μυτιλήνης «Χαραυγή».




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Σμυρνιός Μανόλης Καλομοίρης ύμνησε με το «Εμπρος» με τον καλύτερο τρόπο τις νίκες του στρατού μας.

Η σημασία των Βαλκανικών Πολέμων για την Ελλάδα

1. Με τους Βαλκανικούς πολέμους απελευθερώθηκε από τον τουρκικό ζυγό, ύστερα από δουλεία πολλών αιώνων, ενάμιση περίπου εκατομμύριο υπόδουλοι Έλληνες και διπλασιάστηκε εδαφικά η χώρα. (‘Από 64.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα έφθασε τα 120.000).

2. Με το διπλασιασμό της εδαφικής εκτάσεως του ελληνικού βασιλείου δημιουργήθηκε ο απαραίτητος γεωγραφικός χώρος για τη συγκέντρωση ολόκληρου του ελληνικού Έθνους. Η Ελλάδα, με τα νέα εδάφη, πού απέκτησε, θα μπορέσει να δώσει άσυλο, σε ενάμιση εκατομμύριο Έλληνες, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922).

3. Συνθήκη του Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου 1913) υπήρξε απόρροια του δεύτερου βαλκανικού πολέμου και τυπικά έλυσε το μακεδονικό ζήτημα με την παραχώρηση του 51% του εδάφους της Μακεδονίας στην Ελλάδα, του 39% στη Σερβία και του 10% στη Βουλγαρία.

Η Ελλάδα θα συνεχίσει να επενδύει στον στρατό και τον στόλο. Το κόστος της νίκης αποδείχθηκε εξαιρετικά βαρύ μόλις κόπασαν οι ενθουσιασμοί.

Η ουσιαστική ενσωμάτωση και η αξιοποίηση των νέων χωρών φάνηκε να είναι μια εξαιρετικά δαπανηρή υπόθεση, την στιγμή που οι στρατιωτικές δαπάνες απομυζούσαν ήδη τις περιορισμένες δυνατότητες του κράτους.

Εν τω μεταξύ άρχισαν να εκδηλώνεται ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε Κωνσταντίνο και Ε Βενιζέλο.

Και στην Ελλάδα τραγουδούσαν το τραγούδι:

 «Στο Σαραντάπορο άστραψ’ η ορμή μας, στα Γιαννιτσά βαράει θανατικό,
μα σιδερένιο πάντα το κορμί μας, εστάθηκε παντού ηρωικό.
Μας πήγε στ’ οργισμένο το Μπιζάνι, η νίκη στα μεγάλα της φτερά,
εις το Κιλκίς επλέξαμε στεφάνι, στεφάνι από λουλούδια αιματηρά».


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ακρόπολις, Τετάρτη 3 Ιουλίου 1913, «Το στρατήγημα με το οποίο έγινε η κατάληψη της Καβάλλας».

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥΣ  ΚΡΩΦΟΡΔ ΠΡΑΪΣ

Η Ελλάδα 1910-1920 Βεντήρης

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ εκδόσεις ΔΟΜΗ τόμος 15ος

«Εθνικόν Ημερολόγιον» Κωνσταντίνος Σκόκος 1914

Οι πόλεμοι 12-13 του Σπύρου Μελά εκδόσεις ΒΗΜΑ- βιβλιοθήκη