Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Κάμηλος αφοδεύσασα εν ποταμώ


«Διέβαινεν ποταμόν, κάμηλος, οξύ ρέοντα. Αφοδεύσασα δε την κόπρον ευθύς έμπροσθεν αυτής ιδούσα, διά το οξύ του ρεύματος, είπεν: Τι τούτο; Τα όπισθέν μου έμπροσθέν μου νυν ορώ διερχόμενα.

Ότι εν πόλει, εν η έσχατοι και άφρονες κρατούσιν αυτή, των πρώτων και φρονίμων, αρμόζει ο μύθος».

 
 








Μια γρήγορη μετάφραση θα ήταν :

Μιά καμήλα την ώρα που περνούσε έναν ποταμό αφόδευσε, και το ρεύμα του ποταμού τα έφερε μπροστά της.

Θαύμασε τότε κ είπε: «άλλο κ τούτο! εκείνα που έβγαλα απο πίσω μου, τα βλέπω μπροστά μου!».

 

Ο μύθος ταιριάζει σε πόλη που την κυβερνούν οι έσχατοι και οι άφρονες - οι "κοπριές"-  και όχι οι άξιοι και οι φρόνιμοι».

Κόπριζαν, μαγάριζαν, μόλυναν τόσα χρόνια οι «καμήλες της εξουσίας» το ποτάμι της πατρίδας και τώρα διέρχονται «έμπροσθέν» μας οι βρομιές και οι δυσωδίες τους. Και τι πράττουμε; Τίποτε απολύτως. Εισπνέουμε τις αναθυμιάσεις που αναδίδουν οι «κοπριές», γιατί έχουμε συνηθίσει, πάσχουμε από ανίατο μιθριδατισμό.
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
 
ΑΙΣΩΠΟΣ ΜΥΘΟΙ εκδόσεις NATIONAL GEOGRAPHIC

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

"Στα Βούρλα"







ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Όταν τα Βούρλα έγιναν φυλακές, περιώνυμος οίκος ανοχής του Μεσοπολέμου και αργότερα φυλακή για κομμουνιστές. 
Ο Μάθεσης για τον προπολεμικό Πειραιά και την Τρούμπα:

«Ο Περαίας πριν μισό αιώνα....    με τα καταγώγια του, τους ντεκέδες, τα μπαρμπουταντζίδικα, τα Βούρλα και τα καφέ – σαντάν του … Ο Περαίας με τους νταήδες του, τους μάγκες, τους ρεμπέτες, τους αγαπητικούς, τους πορτοφολάδες και τους κλέφτες των λιμανιών …

… Τότες ο Περαίας ήταν πολύ άγριος. Από τη μια ο αποκλεισμός, από την άλλη τα πολιτικά μίση. Οι φόνοι στα Καρβουνιάρικα Τρούμπα και Τζελέπη ήταν στην ημερησίαν διάταξιν. Όσο για ντεκέδες από την Πειραϊκή, Παναγίτσα, Άγιο Νείλο, Άγιο Νικόλα, Γύφτικα, στο Χατζηκυριάκειο, στην Τρούμπα και όσο πιο πέρα πήγαινες, Άγιο Διονύση, εκεί φουμάρανε στο δρόμο. Ζάρια μες στο δρόμο παίζανε, περνούσε ο χωροφύλακας και δεν του έδινε κανείς σημασία, παρά τραβούσανε την δίκοπη επιδειχτικά να την δει!

Τι να έκανε ; Από στρατιώτη αγράμματο βουνήσο τον ρίξανε χωροφύλακα στον Περαία μες στα λυσσασμένα τσακάλια. Πρωτοδικείο, Εισαγγελία δεν είχε τότε ο Περαίας! Απ’ την Αθήνα κατέβαιναν οι νωματαρχέοι νταήδες να επιβάλλουν την τάξη και να συλλάβουν κανέναν επικίνδυνο καταζητούμενο. Ο Μαρούδας και ο Γαλιγάλης, οι μάγκες είχανε συνθέσει και στίχους για τους μόρτες καταδότες και ας μην τους ήξεραν και το τραγουδούσαν παίζοντας το μπουζούκι τους:
Που ’σουνα και ήλθες πάλι
ρουφιανιά του Γαλιγάλη.
Η πουστιά μας του Μαρούδα
άσπρα μούρα μαύρα μούρα.



 του Μ. Καραγάτση

 

Προχώρησε στην οδό Αγίου Διονυσίου, που είναι προέκταση της Ακτής Κονδύλη. Ερημιά και μισοσκόταδο εξόν από ένα οικοδομικό τετράγωνο δεξιά - κάτι ανάμεσα σπίτι και φρούριο- που καταυγαζόταν από πολλά δυνατά λαμπιόνια.

Ήταν οι Δικαστικές Φυλακές, τα παλιά Βούρλα, ο απαισιότερος οίκος ανοχής που υπήρξε στην Ελλάδα.

Γυναίκες των Βούρλων και "σπιτιών" με αφροδίσια νοσήματα

 στο Νοσοκομείο του Α. Συγγρού (1930) 

Η Μαρία Μακρή θυμήθηκε τις ιστορίες της κυρά Φροσύνης, άλλοτε ιερόδουλης στα Βούρλα, και νυν καθαρίστριας σε κάποιο μπορντελοξενοδοχείο της οδού Φίλωνος. Μόνον όποια δεν την ήθελαν τα οργανωμένα σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ¨σπίτια" καταντούσε στα Βούρλα. Νοίκιαζε μια καμαρούλα και δούλευε για λογαριασμό της, δίχως "μαμά".

Η πραγματικότητα όμως ήταν διαφορετική. Μολονότι την τάξη την κρατούσε ιδιαίτερο αστυνομικό τμήμα, εγκατεστημένο μέσα στον πορνοσυνοικισμό, οι κάθε λογής ρουφιάνοι και σωματέμποροι είχαν εκεί το στέκι τους κι εκμεταλλεύονταν τις γυναίκες με τον εκφοβισμό και την τρομοκρατία, κάμοντάς τους το βίο αβίωτο. Ένεκα τούτου, καταπώς είπαμε, μόνον οι απόκληρες της δουλειάς κατέληγαν στα Βούρλα, όταν δεν μπορούσαν να δουλέψουν μέσα στην ασφάλεια του καθιερωμένου μπορντέλου.

 
 



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Μαντάμ Ντουντού, η «θρυλική τσατσά» στα πορνεία των Βούρλων. Η «Δράκαινα» που έτρεμαν οι ιερόδουλες και οι πελάτες. Ο Μάθεσης λέει: "....Ο Πειραιάς τότε είχε και έφιππη χωροφυλακή. Χαμαιτυπεία είχε μόνο τα Βούρλα που τώρα είναι φυλακές. Εκεί οι γυναίκες τότε δε βγαίνανε έξω, απαγορευότανε αυστηρώς. Αλλά οι αγαπητικοί είχαν τον ντρόπο τους και πηδάγανε και τα μεσάνυχτα μέσα παρ’ όλο που φυλάγανε άγριοι εύζωνοι! Αλλά καμιά δεν μαρτυρούσε. Φόνοι γινόντουσαν κάθε τόσο, αιτία βέβαια ήταν οι γυναίκες αλλά όσοι εγκληματούσαν για την γυναίκα, αυτή ήταν υποχρεωμένη μέχρι να βγει απ’ την φυλακή να τον συντηρεί. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, θα σκοτωνότανε απ’ τους φίλους του. Αλλά και όταν έβγαινε, η πρώτη του δουλειά ήταν να στεφανωθεί, απαραίτητος κανών!!! Για τον σκυλόμαγκα ο άγραπτος νόμος είναι σκληρός!...."

 Τέτοιας λογής γυναίκες δεν είχαν μεγάλες οικονομικές αξιώσεις με συνέπεια το χαμηλό τιμολόγιο να προσελκύει στα Βούρλα τα πιο εξαθλιωμένα υποκείμενα του Πειραιώτικου αντρικού πληθυσμού. Κάποτε -διηγόταν η κυρά Φροσύνη- άγνωστο πώς ξέπεσε εκεί μια δεκαοχτάχρονη κοπέλα, σαν το κρύο το νερό. Ουρά γινότανε μπροστά στην καμαρούλα της. Μια γριά απόστρατη, με αμοιβή λίγες δραχμές, εκτελούσε χρέη θυρωρού. Στεκόταν έξω απ΄ την κλειστή πόρτα, την ώρα που ήταν μέσα πελάτης. Μόλις ο πελάτης έβγαινε, εκείνη έμπαινε μέσα να ελέγξει. Μετά έβγαινε έξω στην πόρτα κι έλεγε "Ποιος έχει σειρά. Εσύ; Κατέβαζε, παρακαλώ το δεκάρικο! Και γρήγορα, περιμένει κόσμος και κοσμάκης!"

Η Μαρία Μακρή συλλογιέται πως τα Βούρλα καταργήθηκαν για τα μάτια του κόσμου: για να μη φαίνεται τόσο προκλητικά ο ξεπεσμός της γυναίκας. Τίποτα όμως δεν άλλαξε. Οι γριές και οι κακοσούσουμες, αντί να δουλεύουν συγκεντρωμένες σε κοινόβιο, ξεποδαριάζονται στα πεζοδρόμια, να ψωνίζουν πελάτες και να τους κουβαλάν στις τρώγλες τους, τις εγκατασπαρμένες σ΄ όλες τις φτωχογειτονιές της μεγάλης πολιτείας.

Την ίδια κακή μοίρα έχουν κι οι καλύτερες, που άλλοτε εργάζονταν άνετα κι αμέριμνα, μέσα στην ασφάλεια των μπορντέλων. (Αυτές τώρα, έπεσαν στην δικαιοδοσία των νταβατζήδων, που άλλοτε μπορούσαν ν΄ αποφύγουν). Εκεί που τα πράγματα έμειναν παρόμοια, είναι στις "πολύ καλές", που εξασκούν το επάγγελμα κρυφά, μόνο με πελατεία συστημένη. Σ΄ αυτή την κατηγορία ανήκει και η Μαρία Μακρή....

 
Απόσπασμα από "Το 10" του Μ. Καραγάτση

 
 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ιερόδουλες και πελάτες στα Βούρλα. Μια βόλτα στη Δραπετσώνα του Μεσοπολέμου και συναντάμε μάγκες, ψευτόμαγκες και κουτσαβάκηδες, τον Μάρκο, τον Μπάτη, τον Στράτο και τον γιο της Μαύρης Γάτας, τη Λέλα, την Κατινίτσα και τις απόκληρες γυναίκες που κατοικούσαν στα σλέπια, στις μισοβυθισμένες βάρκες στον όρμο της Κρεμμυδαρούς.
 

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΠΕΤΡΟΣ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ ΣΤΗΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


Μετά την ήττα της Σερβίας από τις κεντρικές δυνάμεις, οι εναπομείνασες δυνάμεις της Σερβίας υποχώρησαν στην περιοχή της Θεσσαλονίκης και κάποιες στην Κέρκυρα.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Βασιλιάς Πέτρος της Σερβίας , Αιδηψός (1916).


Ο γέρος βασιλιάς της Πέτρος της Σερβίας βλέποντας από την Ελληνική Μακεδονία τον χιονισμένο Όλυμπο  και με γερμένο το κεφάλι στο στήθος του μιλούσε σε Αμερικάνο δημοσιογράφο και τα μάτια του έκλειναν από την κούθραση:

«Αν οι σύμμαχοι μας είχαν έρθει λίγο νωρίτερα!» έλεγε με παράπονο «Έλεγα στους άντρες μου <Κρατήστε λίγο ακόμα! Υποσχέθηκαν ότι θα έρθουν και θα τηρήσουν το λόγο τους>! Και εκείνοι με πίστεψαν και άντεξαν. Πρέπει να ξέρεις πως τους Γερμανούς ούτε που τους βλέπαμε! Ήταν πόλεμος πυροβολικού, όχι άντρα προς άντρα! Οι πολεμιστές μας έτριζαν τα δόντια και, ενώ τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι στα βαθουλωμένα μάγουλα τους έλεγα <Αχ και να μπορούσαμε να βρεθούμε σώμα με σώμα! Τότε θα τους δείχναμε!>.

Ύστερα καθώς επιθεωρούσα έφιππος τις γραμμές τους, τους έβλεπα να κουνούν το κεφάλι και τους άκουγα να ψιθυρίζουν <Ο καημένος ο γεροβασιλιάς μας. Ακόμα εξακολουθεί να πιστεύει ότι οι Σύμμαχοι θα φτάσουν έγκαιρα για να μας σώσουν!>».

Σε αυτή την διήγηση κλείεται όλη η ιστορία της Σερβικής ήττας και της διάλυσης του Σερβικού και Μαυροβουνιακού στρατού το 1914-1915.

Επίθεση σε  ένα βαλκανιακό στρατό με πυροβολικό μέχρι διαλύσεως από του Γερμανούς – Αυστροουγγρους – Βούλγαρους και εμπαιγμός τους από τις δυνάμεις της Αντάντ, στέλνοντάς τους την τελευταία στιγμή ελάχιστες δυνάμεις με τον στρατηγό Σεράιγ.

Η μοίρα των μικρών λαών που τα θυσιάζουν οι μεγάλοι σε μια σκακιέρα συμφερόντων.

 

 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Λίγο πριν ξεκινήσουν  οι πόλεμοι το 1910. Επίσκεψη του βασιλιά της Σερβίας Πέτρου Α΄ Καραγεώργεβιτς και του Πρωθυπουργού Νικόλα Πάσιτς στο Άγιο Όρος. Υποδοχή από τουρκικό άγημα και φιλαρμονική.


 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Ο ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΛΑΟΣ του P Hibben εκδόσεις ΠΕΛΑΣΓΟΣ

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Ο ΦΛΑΒΙΟΣ ΒΑΣΙΛΙΣΚΟΣ


 (Flavius Basiliscus, ... - 476)

 

Οι Βάνδαλοι υπό την αρχηγία του βασιλιά τους Γιζέριχου, συνεχίζουν τις επιδρομές τους στην Ιταλία, τότε ο αυτοκρατορας Ανθέμιος που ο γιός του είχε νυμφευθεί την κόρη του Λέοντος (401 - 18 Ιανουαρίου 474 αυτοκράτορας από το 457 έως το 474. Λόγω της καταγωγής του από τη Θράκη ήταν γνωστός και ως Λέων Α' ὁ Θρᾷξ.) ζήτησε την συνδρομή της Κωνσταντινουπόλεως. Σκοπός της επιχείρησης ήταν να τιμωρηθεί ο βασιλιάς των Βανδάλων, Γιζέριχος, για τη λεηλασία της Ρώμης το 455, κατά τη διάρκεια της οποίας αιχμαλωτίστηκε η αυτοκράτειρα Λικινία Ευδοξία (χήρα του Αυτοκράτορα Βαλεντινιανού Γ΄) και οι κόρες της.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο θάνατος του Flavius Basiliscus.



Συγκρότησε λοιπόν ένα στόλο το 463μ Χ από 1.113 πλοία και επιβίβασε 100.000 στρατό, αρχηγό έβαλε τον Βασιλίσκο (αδελφός της βασίλισσας Βηρίνας) και στρατιωτικό σύμβουλο έβαλε τον Άσπαρ (400-471). Ο Νικηφόρος Γρηγοράς καταγράφει πως συμμετείχαν 100.000 πλοία, ο (πιο αξιόπιστος) Κεδρηνός καταγράφει πως στην Καρχηδόνα έπλευσαν 1.113 πλοία, με 100 άνδρες στο καθένα Θεωρείται πως, με τον πιο συντηρητικό υπολογισμό, τα έξοδα για την αποστολή έφθασαν τις 64.000 λίβρες χρυσού, ποσό που ξεπερνούσε τα κρατικά έσοδα μιας ολόκληρης χρονιάς.

Ο Άσπαρ  ήταν Γερμανός πατρίκιος της ανατολικής αυτοκρατορίας και αρχηγός τον Γερμανών μισθοφόρων έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αποφάσεις τριών αυτοκρατόρων (Θεοδόσιο Β, Μαρκιανό, Λέων Α΄). Η σχέση του Άσπαρ και του Λέοντα Α συνδέεται με την κατάληψη του Βυζαντινού θρόνου από τον Λέοντα Α. Μετά τον θάνατο του Μαρκιανού ο θρόνος του Βυζαντίου έμεινε κενός, διότι ο αποθανών αυτοκράτορας δεν είχε ορίσει διάδοχό του. Ο παντοδύναμος αρχηγός του Βυζαντινού μισθοφορικού στρατού, ο Aλανός Άσπαρ, μη μπορώντας ο ίδιος να γίνει αυτοκράτορας επειδή ήταν «βάρβαρος» και είχε ασπασθεί τον Αρειανισμό, ανέβασε στον θρόνο τον Λέοντα, ο οποίος ήταν έμπιστος χιλίαρχός του, καταγόταν από την Θράκη και ήταν Ορθόδοξος. Έλπιζε έτσι, ότι έχοντάς τον υποχείριο, θα κυβερνούσε στην ουσία ο ίδιος. Η στέψη του Λέοντα Α΄ έγινε από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ανατόλιο το 457.

Η τεράστια αυτή δύναμη έφτασε στην Β Αφρική και αποβίβασε 10.000 στρατό στο Μερκούριο (μια πόλη που απείχε 50 χιλιόμετρα από την Καρχηδόνα). Ο Γιζέριχος βρικόταν σε αδυναμία να αναμετρηθεί με οργανωμένο τακτικό  στρατό και ζήτησε πενθήμερη ανακωχή. Ο Βασιλίσκος δέχτηκε μετά από υποδείξεις του Άσπαρ.
Ο Ο Γιζέριχος επιβίβασε τον στρατό του στα πλοία και μετέτρεψε κάποια σε πυρπολικά. Αιφνηδιαστικά ξαπέλυσε πρώτα τα πυρπολικά κατά των βυζαντινών πλοίων και σκόρπισε την σύγχυση και τον πανικό, τότε μπήκε ο υπόλοιπος στρατός στο αγκυροβόλιο και βύθισε ή αιχμαλώτισε τον γιγάντιο αυτοκρατορικό στόλο.

Ο Βασιλίσκος κατάφερενα γλυτώσει και έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, η οργή του λαού τον έκανε να φοβηθεί και κατέφυγε ικέτης στο ναό της Αγίας Σοφίας. Η αδελφή του κατάφερε να πείσει τον αυτοκράτορα ότι για την συμφορά έφτεγε ο Άσπαρ, έτσι ο Βασιλίσκος πήρε χάρη και έτσι εξορίστηκε στην Ηράκλεια Σιντική της Θράκης.

Η στρατιωτική καριέρα του Βασιλίσκου άρχισε την εποχή του Λέοντα Α'. Ο αυτοκράτορας τον τιτλοφόρησε δούκα της Θράκης. Το 463, νίκησε τους Βούλγαρους, το 464 έγινε μάγιστρος του στρατού της Θράκης, ενώ το 466 (ή το 467) σημείωσε επιτυχίες κατά των Γότθων και τους Ούννων.

Και ενώ στην Δύση παρατηρείται «γερμανοποίηση» του ρωμαικού κράτους, στην ανατολή παρατηρείται «απογερμανοποίηση». Το 471 και το 472, ο Βασιλίσκος βοήθησε τον Λέοντα Α' να απαλλαγεί από την επίδραση των Γερμανών στην αυλή του, βοηθώντας στη δολοφονία του Φλάβιου Άσπαρ.
Ο θάνατος του Άσπαρ προκάλεσε εξέγερση στη Θράκη, από τους Οστρογότθους του Θεοδώριχου Στράβωνα, και ο Βασιλίσκος στάλθηκε για να καταστείλει την εξέγερση, κάτι που διεκπεραίωσε με επιτυχία, χάρη στη βοήθεια του ανιψιού του, Αρμάτιου. Το 474 έλαβε τον βαθμό του πρώτου μεταξύ των συγκλητικών.

 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Αυτοκράτωρ Ζήνων.


Αυτός ο ανίκανος άνθρωπος ανέλαβε την εξουσία το 475, όταν ο Ζήνων αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του μικρού χρονικού διαστήματος της εξουσίας του, ο Βασιλίσκος έχασε την υποστήριξη της Εκκλησίας και του λαού, αφού προώθησε τον μονοφυσιτισμό. Ο Βασιλίσκος, για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, αύξησε τη φορολογία προκαλώντας ταραχές στην Κωνσταντινούπολη. Επίσης απέσπασε χρήματα από την Εκκλησία.

Επίσης, ο Βασιλίσκος έχασε την υποστήριξη του Θεοδώριχου Στράβωνα, ο οποίος, λόγω του μίσους του για τους Ισαύρους, είχε υποστηρίξει τον Βασιλίσκο στην εξέγερση κατά του Ζήνωνα. Ο Βασιλίσκος έχασε και την υποστήριξη του Αρμάτιου, ο οποίος θεωρείται εραστής της συζύγου του Βασιλίσκου. Επίσης ήταν αβέβαιη η υποστήριξη του Ιλλού, λόγω της σφαγής των συμπατριωτών του στρατιωτών Ισαύρων, την οποία επέτρεψε ο Βασιλίσκος.

 

Όταν ο Ζήνων επιχείρησε να επιστρέψει στο θρόνο, δεν συνάντησε αντίσταση και μπήκε ως θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη, αιχμαλωτίζοντας τον Βασιλίσκο και την οικογένειά του και στέλνοντας τους στην Καππαδοκία. Όταν όμως ο Βασιλίσκος και η οικογένεια του οδηγήθηκαν σε φρούριο της Καππαδοκίας, ο Ζήνων έδωσε εντολή να τους αφήσουν χωρίς νερό, για να πεθάνουν από δίψα.

 

Ο Βασιλίσκος βασίλεψε για 20 μήνες. Οι πηγές τον περιγράφουν ως επιτυχημένο στρατηγό, αλλά αργής αντίληψης και ευαπάτητο

 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Νόμισμα που απεικονίζει τον Φλάβιο βασιλίσκο.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ του Σαράντου Ι Καργάκου εκδόσεις Ι ΣΙΔΕΡΗΣ

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΕΣ του Ηλία Λάσκαρη εκδόσεις ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ.

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ


 

«να φροντίσει να πωλήσει το λάδι, διότι αν μείνει απούλητο, η τιμή του θα ελαττωθεί μεγάλως και θα χαθεί...» Το συνθηματικό του Γκούρα για την δολοφονία του Ανδρούτσου.

 



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η  φωτογραφία τραβήχτηκε το 1854 από τον Ρόμπερτσον Τζέιμς. Απεικονίζει τα Προπύλαια της Ακρόπολης και μερικούς ανθρώπους που στέκονται κοντά στην είσοδο. Ο πύργος ανήκε στη διάσημη οικογένεια της Φλωρεντίας, Ατσαγιόλι, η οποία πήρε το όνομά της επειδή ασχολήθηκε με το εμπόριο ατσαλιού και βασίλεψε στο Δουκάτο των Αθηνών για 73 χρόνια. 


Στο φύλλο της 6ης Ιουνίου 1825 η «Εφημερίς των Αθηνών», που τυπωνόταν στην Αίγινα αφιέρωσε για το θέμα μόνο ελάχιστες λέξεις:

 

«Σήμερον ετελείωσε το δρόμο της ζωής του ο Οδυσσεύς Ανδρούτσος». Τρεις μέρες αργότερα, όμως, υποχρεώθηκε να επανέλθει γράφοντας πως ο θάνατος:

 

 «του περιβόητου εις την ιστορίαν Οδυσσέως Ανδρίτσου... ακολούθησε τρόπω τοιώδε: αυτός είχε προβλέψει με τη φυσικήν του πανουργίαν δύο τριχιαίς, οι οποίαις φαίνεται ότι ήταν από τα γαϊδούρια οπού ανέβαιναν εις το κάστρον, παλαιαίς κατά κακήν του τύχην και αδύναταις.

Περί τας 5 ώρας της νυκτός της 4 Ιουνίου, ενώ δύο στρατιώται που τον εφύλαττον, ήσαν εις το πρωτοΰπνι, κρεμιέται με τη μίαν από ψηλά του Πύργου - Γουλέ- έχοντας ζωσμένην και την άλλην εις τη μέση του, διά να χρησιμεύση ακολούθως να κατέβη και από τα τείχη του Κάστρου και να φύγη, όπου αυτός ήξευρε. Αλλά η θεία δίκη, προλαμβάνουσα, φαίνεται, τους ολεθρίους σκοπούς τους ανθρώπου τούτου διά την Πατρίδα ωκονόμησε προτού να φτάση ακόμη εις τα μέσα του Πύργου καταβαίνοντας και σπα η τριχιά εκείνη, και πίπτει ο άθλιος εις το λιθόστρωτον έδαφος της Απτέρου Νίκης, θύμα ελεεινόν της κακοβουλίας και πανουργίας του».

 

Ο Αστυνόμος των Αθηνών Π. Μοναστηριακής διαβεβαιώνει:

 

«Σήμερον το πρωί ειδοποιηθέντες το συμβεβηκός του Οδυσσέως επήγαμεν εις την Ακρόπολιν όπου εύρομεν το πτώμα του υποκάτω του Γούλα και ερωτήσαντες τίς Γουάρδιαι ομολόγησαν ότι χθες εις τας 5 ώρας της νυκτός θέλοντας να κρεμασθή από τον Γουλάν δια να φύγει εκόπη το σχοινί καί επεσεν κάτω καί εσκοτώθη...».

 

Αυθημερόν και ο αρχιεκτελεστής του Ανδρούτσου, Μαμούρης, γράφει εις τον Γκούρα μίαν επιστολή απίθανου υποκρισίας. Αφού του υπενθυμίζει ότι είχε αναλάβει την φύλαξη του Οδυσσέως συμφώνως με την προσταγή της Σ. Διοικήσεως και ο ίδιος φρόντισε συμφώνως με την επιθυμία του ιδίου του Γκούρα να μην λείψει τίποτα από τον κρατούμενο επειδή «καθημερινά τον αρωτούσα τι θέλει και ότι μου ζητούσε του τα έδινα ευθύς», στηλιτεύει τον «πανούργο» δια τις δολερές προθέσεις του. Όχι μόνο παρέμεινε αμετανόητος αλλά προσπάθησε να δωροδοκήσει τους στρατιώτες δια να τον βοηθήσουν να δραπέτευση. Παρίστανε μάλιστα και τον άρρωστο με σκοπό να τον βγάλουν από το κελί δια να εύρει την ευκαιρία να προμηθευθεί σχοινί ώστε να εκτέλεση το σχέδιο της αποδράσεώς του. Άλλα εις την προσπάθεια του να δραπετεύσει έσπασε το σχοινί και εσκοτώθη. «Εγώ είμαι εις μεγάλη απορίαν και λύπην και η φαμελιά σου είναι απαρηγόρητη εγώ τι να κάμω δεν ηξεύρω από την στεναχώριαν μου».

 

 


 



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Φράγκικος Πύργος στην Ακρόπολη. Κατεδαφίστηκε το 1874. Είχε τετράγωνο σχήμα. Τον Ο Ανδρούτσο τον φυλάκισαν στο κάτω μέρος του πύργου της Ακρόπολης και τον βασάνισαν.

Ο μοναδικός μάρτυρας της κολασμένης τούτης πράξης, ο Κωνσταντίνος Καλατζής, ανιστόρησε, γέρος πια, όλα τα καθέκαστα στο δικηγόρο Σπ. Φόρτη κι αυτός, έπειτα από χρόνια, στις 25 του Δεκέμβρη 1898, δημοσίευε τούτη δω τη δραματική αφήγηση στους «Καιρούς» :

 

«. . . Ήτο η τρίτη των Χριστουγέννων του 1863 έτους ημέρα, ενθυμού­μαι καλώς, την εποχήν την εσημείωσα, διότι μοι επροξένησε βαθείαν αυτή εντύπωσιν και φρίκην εξ όσων κατ' αυτήν ήκουσα και απεμνημόνευσα.

 

»Περί την εσπέραν της ημέρας ταύτης, χάριν της μεγάλης εορτής, μας επεσκέφθη ο αείμνηστος της φάλαγγος ταγματάρχης, ο γενναίος εκείνος του ιερού αγώνος στρατιώτης, ο λεβέντης και ευθυτενής ως υψίκορμος κυπάρισσος γέρων Κωνσταντίνος Καλατζής. Επειδή ην χειμών δριμύς τον ωδήγησα εις το χειμωνιάτικο, όπου ην η εστία, εν η έλαμπε και διέπρεπε πυρά ωραία και ζηλευτή, τρεφόμενη από ξηρός σχίνων και κοτίνων ρίζας.

 

»Μετά τας αμοιβαίας επί ταίς εορταίς ευχάς, εγώ, όστις εμμανώς ηγάπων τας ιστορίας και τα διηγήματα του ιερού αγώνος, εξ ων πλείστα πολλάκις είχεν ημίν διηγηθή ο καλός ταγματάρχης ιδίως δ' επειδή, ως εγίνωσκον, ην αυτόπτης των κατά την τελευτήν του στρατηγού και αυτήκοος, τον παρακάλεσα θερμώς να μας διηγηθή ταύτα. Εις την παράκλησίν μου βαρύ στενάξας και μετά μεγάλην του γενναίου του στήθους ανάπλασιν, μοι απήντησε : «Τι τα θέλεις αυτά τώρα, παιδί μου, αυτά πέρα­σαν πλέον ας όψονται οι αίτιοι»˙ εδίσταζε δε να αρχίση. Τη επιμόνω όμως παρακλήσει μου προβάντος εκ περιεργείας μέχρι φορτικότητος, ήρξατο διηγούμενος τα της τελευτής του στρατηγού ως εξής:

 

»—Επειδή επιμένετε τόσον, ακούστε πως συνέβη του στρατηγού ο θάνατος· από καιρόν τον είχον φυλακίσει εις την μεγάλην της Ακροπό­λεως Κούλιαν˙ του είχαν βάλει εις τα χέρια και τα πόδια σίδερα με μπάλαις βαρειαίς˙ τροφήν δεν του έδιδαν τακτικά, ούτε καλήν, ούτε στρώμα. Όταν εγώ τον είδα εις την φυλακήν ήτο ανάλλαγος, λερωμένος, κουρε­λιασμένος με ένα κοντοκάππι και με τον ιστορικόν του καλογηρόσκουφον λυγδωμένον από την λέραν.

 

» Την νύκτα εκείνην όπου εχάθη, εγώ ήμουν σκοπός εις την πόρτα της Κούλιας η οποία ήτο κλειδωμένη. Ήτο νύκτα πολύ σκοτεινή δεν έβλεπες το δάκτυλό σου, έπεφτε ψιλή βροχή και ήμην τυλιγμένος με την κάππαν μου, ήσαν περασμένα τα μεσάνυχτα, όταν βλέπω τεσσάρας άνδρας να έρχωνται προς την φυλακήν.

 

»Ο ένας κρατούσε φανάρι, ήσαν δε αρματωμένοι καλά ένας άλλος εστάθη ολίγον μακράν και δεν τον είδον καλά ποίος ήτο˙ άλλ' ως εννόησα ήτο ο επί κεφαλής των ήτο η έφοδος προς επιθεώρησιν της φυλακής˙ ήσαν γνωστοί μου, ο Τριανταφυλλίνας, ο Τζαμάρας και ο Μαμούρης και ένας στρατιώτης Σουλιώτης, του οποίου δεν ενθυμούμαι τώρα το όνομα.

 

»Άμα επλησίασαν αμέσως έγινεν «αλλαγή» και άντ' εμού έθεσαν σκοπόν τον στρατιώτην εκείνον εγώ δε διετάχθην αμέσως να υπάγω να κοιμηθώ. Αμέσως απεμακρύνθην εις το σκότος. Αλλ' υποπτευθείς απαίσια δια τον στρατηγόν κρυφά κατεσκόπευον τας κινήσεις των, πλησιάσας ικανώς απαρατήρητος ως εκ του ψηλαφητού σκότους· ήκουσα τον κρότον των κλείθρων της φυλακής. Την ήνοιξαν και εισήλθον εις τον Πύργον οι τρεις, ο δε σκοπός έστεκεν εις την μισοανοιχτήν πόρταν της φυλα­κής. Άμα είσήλθον αυτοί μέσα, ηκούσθη ο κρότος των αλυσίδων των δεσμών του στρατηγού, όστις βεβαίως με την απροσδόκητον ταύτην επίσκεψιν θα εσηκώθη. Τον ήκουσα να λέγη προς αυτούς: «Ωρέ, ξέρω καλά ποιος σας έστειλε σας εδώ και γιατί ήρθατε τέτοια ώρα εδώ μέσα. Δε μ' λύνετε τόνα μου χέρι να σας δείξω ποιος είμαι και πως με λένε; Αυταίς εδώ τις σαπιοκοιλιαίς δεν τις συνερίζομαι, μα συ μωρέ Γιάννη, [τον Μαμούρη] γιατί;»

 

»Εις ταύτα αμέσως, ως ενόησα εκ της ταραχής η οποία ηκολούθησεν, επετέθησαν κατά του δεσμίου. Ήκουσα το βόγγημα, τους αναστε­ναγμούς και μούγκρισμα του λεονταργιού εκείνου και η καρδιά μου εραγίζετο. Και μετά ταύτα σιωπή τελεία. . .

 

»Μετ' ολίγον είδον τους τεσσάρας να βαδίζωσιν προς το τείχος της Ακροπόλεως το βλέπον προς το μέρος του Μακρυγιάννη με το φανάρι. Εκεί ηκούετο κτύπος όμοιος μ' εκείνον που γίνεται όταν εμπήγουν στύλον εις την γην.

 

»Κατόπιν τους είδα πάλιν να γυρίζουν εις την Κούλιαν, άφ' όπου επήραν βαρύ τι πράγμα και το επήγαν μαζί μετά δυσκολίας εις το μέρος όπου ήκουον τον κρότον. Εκεί κάτι έκαμνον ανακατευόμενοι και μετ' ολίγον πάλιν ήκουσα κτύπον πέτρας η οποία κτυπά επί της άλλης πέτρας. Αμέσως δε μετά τούτο εκείνοι μεν έγιναν άφαντος εγώ δε σιγά επήγα εις το κατάλυμά μου.

 

»Το πρωί άμα εσηκώθην έμαθον ότι είχε διαδοθή πανταχού, ότι ο Οδυσσεύς δραπετεύσας την νύκτα και θελήσας δια σχοινίου δεδεμένου να καταβή από το τείχος της Ακροπόλεως, κοπέντος του σχοινίου, κατέπεσεν από του ύψους και εφονεύθη.

 

»Όπως όλος ο κόσμος επήγα και εγώ και είδα τα έξης : Εις το μέρος όπου ήκουον τους κτύπους ήτο μπηγμένο μεγάλο παλούκι, δεμένο δε εις αυτό ακόμη τεμάχιον τριχιάς της οποίας η άκρη εφαίνετο ξασμένη. Όταν δε επήγα κάτω είδον το πτώμα τού άτυχους στρατηγού φέρον εις την μέσην δεμένον από έξω από το κοντοκάππι του ένα μακρύ κομμάτι τριχιάς. Το στόμα του ήτο καταματωμένον το επάνω και το κάτω χείλος του ήταν κομμένα σαν δαχτυλίδι στρογγυλά, σαν να τα χτύπησε κανείς και να τα 'κοψε με το στόμα ντουφεκιού ή πιστόλας.

 

»Ο λαιμός του είχε μαυρίλαις και σημάδια από νύχια, εστάλη ένας άλλος ιατρός να κάμη νεκροψίαν και έκθεσιν περί του θανάτου του˙ έμαθα δε ότι, επειδή επιστοποίησεν ότι ο θάνατος προήλθεν εκ βίας, διότι τα σημεία αυτής ήσαν φανερά, έσχισαν την έκθεσιν αυτού και έκαμαν άλλην [Η ψεύτικη ιατροδικαστική αυτή έκθεση, που το πρωτότυπό της σώθηκε, συντάχτηκε από τον Ιταλό ντόκτορα Vitali, υποπρόξενο τού Βασιλείου της Νάπολης στην Αθήνα. Είναι γραμμένη Ιταλικά και τελειώνει με τούτη δω την ανήκουστη απόνα γιατρό σε πιστοποιητικό θανάτου φράση : «. . . Επέφερον (τα τραύματα) αυτοστιγμεί τον θάνατον, άξιον εις κακούργον προδότην της πατρίδος». Τον signor Vitali από τη Νάπολη τον έκαιγε πάρα πολύ η προδοσία τού Αντρούτσου και δε μπορούσε να κρατηθεί, να μην τον πει κακούργο και προδότη! Ε τι κάνει σε τέτοιους ανθρώπους το παραδάκι.]δια της οποίας εβεβαιούτο ότι του στρατηγού ο θάνατος προήλθεν εκ πτώσεως αυτού από μέρους υψηλού˙ μετά ταύτα έγινεν η κηδεία του πολύ καταφρονεμένη και χειρότερα και τού τελευταίου καταδίκου˙ τον έθαψαν σαν σκυλί εις τον ναόν τού Αγίου Δημητρίου, προς δυσμάς της Ακροπόλεως».

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Το 1865 έγινε με μεγάλη επισημότητα και στρατιωτικές τιμές η μετακομιδή των οστών του στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, όπου σήμερα υπάρχει ο τάφος του.
 

Για να δούμε πως λειτουργεί μια πένα πάθους, παραθέτω το κείμενο του Δ Σουμερλή που έγραψε παθιασμένα κατά του Οδυσσέα:

«Διά διαταγής της Διοικήσεως εκδομένης κατ' αίτησιν του Γκούρα θανατώνεται, αποπνιγείς κατά μέσην νύκταν, και από του πύργου καταρρίπτεται κατά γης. Ο εκτελεστής του θανάτου ήτο ιερεύς στρατιωτικός, όστις εξεδικήθη εναντίον αυτού, διά το προς τους ιερείς μίσος, καταδρομήν και κακά, πραχθέντα υπ' εκείνου. Ο δε θάνατος ούτος επλάσθη άλλως πώς διά τας τότε περιστάσεις, ότι δηλ. θέλων ο Οδυσσεύς να καταβή από του πύργου, εκόπησαν τα σχοινία με τα οποία ήτον δεμένος, και ούτως εθανατώθη».

 

 

Ο νεκρός Οδυσσέας τάφηκε στο μικρό ναό των Ασωμάτων στους πρόποδες της Ακροπόλεως και μετά από οκτώ χρόνια η γυναίκα του πραγματοποίησε εκταφή των οστών, τα οποία κατέθεσε σε κάποιον από τους ναούς της πόλης. Εν τω μεταξύ ο διασυρμός του αγωνιστή συνεχιζόταν και μετά το θάνατό του. Για σαράντα ολόκληρα χρόνια τον αναθεμάτιζαν ως προδότη και κανείς δεν ήξερε πού βρίσκονται τα οστά του. Εδέησε όμως έστω και καθυστερημένα η πολιτεία να αναγνωρίσει την προσφορά του ήρωα και να του αποδώσει τις στοιχειώδεις τιμές, την Κυριακή 21/2/1865 κατά την τέλεση μνημόσυνου στη Μητρόπολη και τη μετακομιδή των οστών του στο Α` Νεκροταφείο. Έστω και αργά αυτή η δικαίωση ήταν σημαντική αν και στη συνείδηση του λαού ο Ανδρούτσος ήταν πάντα δικαιωμένος.






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Μαμούρης, Γιάννης (Δρεμίστα Παρνασσίδας, 1797 - Αθήνα, 1867).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Εδουάρδ Τρελλώνη: «Αναμνήσεις της Ελληνικής Επαναστάσεως», εκδόσεις Βιβλιοπωλείον Νότη Καραβία.
Μπάμπη Αννινου: «Η απολογία του Οδ. Ανδρούτσου- η δολοφονία του», εκδόσεις Μπάυρον.
Γ. Κορδάτου: «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», εκδόσεις 20ός αιώνας, τόμος X.
Ι. Μακρυγιάννη: «Απαντα: απομνημονεύματα- δίκη», εκδόσεις Μέρμηγκα, τόμος β`
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ του Σ. Ι. Καργάκου εκδόσεις Realnews τόμος Δ
ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗΣ του Δ Φωτιάδη εκδόσεις Κυψέλη
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ του Διονύση Σουμερλή

 

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

ΦΥΓΗ ΚΑΙ ΔΙΑΣΠΟΡΑ



ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

            Η ακράτητη επιθυμία των κατοίκων να φύγουν από τα δεινά ( κακοδιοίκηση, παιδομάζωμα, σκληρότητα, αδικίες κλπ) τους σπρώχνει προς δύση και ανατολή, έτσι βλέπουμε ερήμωση οικισμών, η φυγή αυτή γίνεται πιο έντονη από τα 1400 και μετά.

            Μετά την άλωση οι άρχοντες που γλίτωσαν από τους Τούρκους καταφεύγουν προς τις βενετοκρατούμενες περιοχές και περνούν τις ημέρες τους φτωχοί σκυθρωποί, άδοξοι, περιφρονημένοι γενικά δυστυχισμένοι «θέαμα πάσιν ελεεινόν κα δακρύων όντως άξιον» όπως λέει χαρακτηριστικά ο Σχολάριος . Έτσι διαπιστώνουν ότι θα ήταν προτιμότερος ένας ένδοξος θάνατος στην πατρική γη παρά ο αργός στα ξένα.

            Πολλοί στρατεύονται σαν μισθοφόροι και περιπλανώνται σε χώρες της Δύσης θυμούνται μεγαλεία , θρηνολογούν, ζητιανεύουν συντάξεις πραγματοποιούν ύποπτες συμφωνίες με τους Τούρκους κάποτε επιστρέφουν στην οθωμανική αυτοκρατορία.

 

 



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως το 1453.

 

ΠΡΟΣ ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ

 

            Συνηθισμένη ήταν η φυγή των πληθυσμών της Πελοποννήσου μετά το 1460 στις κοντινές βενετοκρατούμενες περιοχές και κυρίως το Ναύπλιο, εκεί ύστερα από 7 χρόνια παραμονής γινόντουσαν πολίτες (τζιταδίνου). Την εποχή αυτή γίνηκε η χάραξη των δρόμων του Ναυπλίου και το πολεοδομικό του σχέδιο .

            Άλλοι τόποι προορισμού ήταν η Μεθώνη και η Κέρκυρα στις πόλεις αυτές δημιουργείται μωσαϊκό από κατοίκους Έλληνες, γύφτοι, Αρβανίτες, Φράγκοι, κλπ αυτή την εικόνα μας δίνει ο Μάζαρις στο σχετικό σατιρικό του κείμενο.

 

 

ΠΡΟΣ ΙΤΑΛΙΑ

 

            Η Βενετική κυβέρνηση επί πολλούς αιώνες περιθάλπει Έλληνες από την Πελοπόννησο, την Κρήτη και την Κύπρο και τους εγκαθιστά σε πόλεις της Ιταλίας όπως οι  Pazanzo και Pola, όπου εκεί γίνονται επιμειξίες και συγχωνεύονται από τους ντόπιους, στα 1589 στην Pola, ιδρύεται ορθόδοξη εκκλησία.

            Στην  Ιταλία δεν πάνε μόνο οι εύποροι αλλά και απλοί άνθρωποι και κυρίως μετά τον θάνατο του Σκερτέμπεη (Γεώργιος Καστριώτης) και κυρίως από την Ήπειρο, Αλβανία πολλοί πάνε και προς τα Ιόνια νησιά που κτίζουν νέα χωριά.

            Λόγιοι και πολεμιστές με τις οικογένειές τους όπως οι Ελληνοαλβανοί Δημ Ρερές, Νικ Μπιντέριος Λάσκαρης, Κων Μαζρέκιος Καστριώτης κλπ ακόμα και οι συγγενείς του Καστριώτη κατέφυγαν στην Ιταλία.

            Η προτίμηση των φυγάδων είναι προς την Καλαβρία, Παλέρμο, Μεσσήνη που ζούσαν πάντα Ελληνικοί πληθυσμοί αλλά υπήρχαν και εκατοντάδες ορθοδόξων μοναχών σε πάμπολλες μονές.

            Οι Ελληνοαλβανικοί εποικισμοί στην Ιταλία είναι περίπλοκη υπόθεση και υπάρχουν ελάχιστε ειδήσεις για αυτές. Ο δε διαχωρισμός τους από τους ξένους είναι σχεδόν αδύνατος, οι άνθρωποι αυτοί σιγά σιγά άρχισαν να αποβάλουν την γλώσσα, τα ήθη και το ορθόδοξο δόγμα και να αφομοιώνονται με τους Ιταλούς.

            Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε τις διαπραγματεύσεις της Άννας Νοταρά στα 1472 με 1474 με την πολιτεία της Σιένας για την εγκατάσταση Ελλήνων (Χειμαριώτες και Μανιάτες) στο Montacuto di Maremma της Τοσκάνης, στην εποχή των Μεδίκων που όμως ναυάγησαν την τελευταία στιγμή.

            Αξιόλογο κέντρο των Ελλήνων είναι η Νεάπολη, είναι γνωστό ότι στα 1487 υπηρετούσαν στον στρατό του βασιλιά Φερδινάνδου Α 5.000 ορθόδοξοι Αλβανοί, Ηπειρώτες και άλλοι Έλληνες, στα 1518 κτίζεται η εκκλησία των Αγ Πέτρου και Παύλου με πρωτοβουλία του Θωμά γιου του Δημητρίου Ασάνη από τον βασιλικό οίκο των Παλαιολόγων.

            Στα 1534 με την εύνοια του Καρόλου Ε ιδρύθηκαν  νέοι εποικισμοί νότια του βασιλείου της Νεάπολης, καθώς και αργότερα επί Φιλίππου Β, επί του Βουρβώνου Καρόλου Γ στο στρατό του δημιουργήθηκε το «Βασιλικό Μακεδονικό σύνταγμα» και παραχώρησε στους πρόσφυγες γαίες στο Abruzzo και δημιουργήθηκε ελληνοθόδοξη επισκοπή και ένα κολλέγιο.

            Στα 1744 21 κάτοικοι (17 άνδρες, 3 γυναίκες και ένας ιερέας) του χωριού Πικέρνη εγκαταστάθηκαν στο χωριό Badessa της Abruzzo και εκεί έφτιαξαν εκκλησία και έβαλαν την Παναγιά την Κρεμιζόβα που μετέφεραν από το χωριό τους, αξιόλογο είναι ότι οι απόγονοι αυτών των κατοίκων στα 1875 ζήτησαν γαίες και να εγκατασταθούν στο Ελληνικό κράτος! Το ίδιο ζήτησαν και τα Ελληνικά χωριά μεταξύ Μπρίντεζι και Lecce. Βέβαια οι Ελληνικές κυβερνήσεις τότε δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν αποικιακά προβλήματα.

            Ο Βασιλιάς Φερδινάνδος Δ (1751 με 1825) ίδρυσε στην Σικελία ελληνορθόδοξη επισκοπή και παραχώρησε γαίες και προνόμια.

            Στο 15ο αιώνα ο διαπρεπής Ελληνικής καταγωγής γιατρός Antonio Galateo που μιλούσε με ευχέρεια τα Ελληνικά, διαβεβαίωνε ότι στα νιάτα οι κάτοικοι της Καλλίπολης μιλούσαν Ελληνικά.

            Το ίδιο και ο Ascanio Pesio για τους κατοίκους της Καλημέρας, του Maglie, του Mantano και του  Capo di Lauca .

            `Ο Καλαβρός γεωγράφος Barri έλεγε ότι η εκκλησία Rossano στην  Calabria Citeriore είχε διατηρήσει την Ελληνική γλώσσα και το ορθόδοξο δόγμα ως τα 1600 και ότι οι κάτοικοι που βρισκόταν στον απώτατο μεσημβρινό μιλούσαν Ελληνικά.

            Και πριν ένα αιώνα ο Biondelli έγραφε ότι στην Καλαβρία στην πόλη , στα βουνά στην περιοχή Celso κατοικούσαν μερικές χιλιάδες Έλληνες καθώς και στην περιοχή Reggioικρές πόλεις Bova, Αμυγδαλιά, Λευκόπετρα, Αγάθα, και στα χωριά Misoripha, Cardetum και Πεντεδάκτυλον, υπήρχαν άλλες 18.000 σκορπισμένοι κατά μικρούς ή μεγάλους οικισμούς σε διάφορα σημεία   της Terra d Otranto και ακολουθούσαν το ορθόδοξο δόγμα.

 

 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Άγιος Γεώργιος της Βενετίας με το επιβλητικό κωδωνοστάσιο.

 

ΠΡΟΣ ΣΙΚΕΛΛΙΑ

 

           

            Στην Σικελία καταφεύγουν πολλοί από την Πελοπόννησο και ιδρύουν πάμπολλα χωρία όπως το Piana dei Greci στο Παλέρμο, στην πόλη αυτή υπήρχαν στα 1583 ορθόδοξοι ναοί που αναγνώριζαν σαν κεφαλή τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, υπό την προστασία του βασιλιά της Ισπανίας παρά την δυσαρέσκεια του Πάπα. Ο Gerlach στα 1575 μνημονεύει και Έλληνες που ζούσαν στην Κορσική που υπάγονται στο Πατριαρχείο. Εκεί φτάνει στα 1676  μεγάλο στρώμα Μανιατών που επικάθισε σε παλαιότερο Ελληνικό.

 

ΑΛΒΑΝΟΙ ΣΤΗ ΣΙΚΕΛΙΑ

 

            Τους πρώτους Ελληνό Αλβανούς ο Biondelli τους κατατάσσει με την εξής χρονολογική σειρά :

 

Της Contessa του Mezzojuso

Palazzo Adriano

Piana de Greci

 

Για την πρώτη περίπτωση έχουμε αρκετές γνώσεις από έρευνα του Onofrio Buccola. Έτσι πολλοί Ελληνοαλβανοί πρόσφυγες εγκατεστημένοι σε διάφορα μέρη της Σικελίας συγκεντρώθηκαν στο Mezzojuso στην περιοχή της Βαρωνίας της μονής του Αγ Ιωάννου των Ερημιτών και ανακαίνισαν την παλαιά εκκλησία της S Maria που λειτουργούσε κατά το ορθόδοξο δόγμα και εκεί εγκαταστάθηκαν μόνιμα στα 1501, στα μέσε του 17ου αιώνα ιδρύθηκε ορθόδοξο μοναστήρι που επανδρώθηκε με μοναχούς από την Κρήτη, εκεί στα 1669 λειτουργούσε και σχολή δοκίμων μοναχών. Με αυτό σαν πυρήνα δημιουργήθηκαν σχολεία στο Mezzojuso και διατηρήθηκε το γλωσσικό ιδίωμα και ο ορθόδοξος χαρακτήρας.

Συγκεκριμένα την ημέρα της Πεντηκοστής με μάτια δακρυσμένα ανέβαιναν στην κορυφή του λόφου Bringa και βλέποντας προς την ανατολή τραγουδούσαν με πάθος στην γλώσσα τους:

 

«Όμορφε Μοριά, από την στιγμή που σε άφησα, δεν σε έχω ξαναδεί. Εκεί μένει ο αφέντης πατέρας μου και η σεβαστή μητέρα μου, εκεί ο παππούς και ο αδελφός μου. Όμορφε Μοριά, από τότε που σε άφησα, δεν σε έχω ξαναδεί.»

 

 

Vajtim i Koronës-

Petkat e të mirat tona na i lajmi te Korona.Krishtin na kemi me ne.Oj e bukura Moré.Thell të pljastë me lot ndër si,na të lipismë,oj Arbëri!...Ndallandishe e ljarë e ljarë,kur të vishë ti njatër herë.
Vjen të vishë ti te Korona,më ngë gjenë ti shpit e tona! Më ngë gjen trima hajdhjar.Po një kjen(turkun), çë qoft i vrar!Kur u nistin gjithë anitë,e dherat tan iktin ka sitë.Burrat gjith me një shërtim Thrritin gratë me një valjtim, Dil e hana ti, Stihji! Oj Moré! Oj Arbëri!(Arbëreshët dhe Kënga e Moresë)

-Θρήνος της Κορώνης-

Τα πράγματα και τα καλά μας εμείς τα αφήσαμε στην Κορώνη.Το Χριστό όμως τον έχουμε μαζί μας,  αχ ωραίε μου Μοριά!Βαθιά βαλαντωμένοι,με δάκρυα στα μάτια, σε λυπόμαστε μωρ' Αρβανιτιά. Γοργό χελιδονάκι μου, σαν έρθεις στην Κορώνη, δε θα βρεις πια τα σπίτια μας, ούτε τα ωραία παλικάρια,μα ένα σκυλί (τον Τούρκο), που μακάρι να πεθάνει. Όταν ξεκίνησαν τα πλοία και η γη μας έφευγε απ' τα μάτια μας, όλοι οι άντρες μ' ένα αναστεναγμό, και οι γυναίκες μ' ένα παράπονο φωνάζαν: Βγες να μας κατασπαράξεις εσύ, στοιχειό! Αχ Μοριά! Αχ Αρβανιτιά!

 

 

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ  : Το χωριό Piana dei Greci στο Παλέρμο της Σικελίας.

 

ΠΡΟΣ ΒΕΝΕΤΙΑ

 

 

            Μετά τα 1400 καταπλέουν πλήθος πρόσφυγες με τις οικογένειές τους που αναζητούν ασφαλές καταφύγιο: Έμποροι, ναυτικοί, στρατιώτες στην υπηρεσία της Βενετικής δημοκρατίας, όλοι αυτοί αποτελούν πυρήνες της μετέπειτα ελληνικής παροικίας.

            Το ρεύμα αυτό μεγαλώνει μετά από κάθε οθωμανική κατάληψη. Ο μόνιμος πληθυσμός των Ελλήνων ανερχόταν σε 15.000 και μερικές φορές έφτανε σε 20.000 ή και παραπάνω. Οι πάροικοι ιδρύουν σωματείο και αδελφότητα και με τις συνδρομές βοηθούν τους φτωχούς πρόσφυγες περιθάλπουν και κάνουν κάθε αγαθοεργία.

            Ένα από τα μελήματα είναι το κτίσιμο ορθόδοξης εκκλησίας στα 1539 ο πρόεδρος της αδελφότητας Μανουήλ Κατακουζηνός δραστηριοποιείται και στα 1573 εγκαινιάζουν την όμορφη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου έργο του Vittorio Alessandro με καλοδουλεμένα κέδρινα ερμάρια, με στασίδια , τέμπλο ασημένιες καντήλες , μπρούτζινα κηροπήγια.

           Οι δωρητές δεν ήταν απόγονοι των μεγάλων οικογενειών του Βυζαντίου ή των λογίων, αλλά απλοί άνθρωποι του λαού, πλοίαρχοι, ράφτες, κλπ  την ταπεινή καταγωγή μαρτυρούν και τα επίθετα Ανυφαντής, Βαρέλης, Καλαπόδας, Χαλασιάρης, Παγίδας κλπ στα βιβλία της αδελφότητας συναντάμε και Ιταλικά ονόματα όπως πχ  Manolli Buchallano, Vassili Contelli, Zorzi Falier,  Matio Floca, Marco Lonzi, Zorzi Matarangga κα  που ανήκουν σε εξελληνισμένους Ιταλούς.

 

 

            ΠΡΟΣ ΙΒΗΡΙΑ, ΓΕΩΡΓΙΑ, ΚΑΥΚΑΣΟ, ΑΖΟΦΙΚΗ

 

 

            Από τον Πόντο κυρίως (αυτοκρατορία Τραπεζούντας) μετά την πτώση της στα 1490 όπως αναφέρει ο Γεωργιανός ιστορικός Ιοσσελιάνη, κατέφυγαν στη Ιβηρία και Γεωργία και μετά την προέλαση των Τούρκων στον Καύκασο προς τα ενδότερα, που ιδρύσαν την αρχιεπισκοπή Αχτάλας που διατηρήθηκε  μέχρι τα 1827, εκεί πήγαν να συλλέξουν εράνους οι δύο οικουμενικοί Πατριάρχες Ιωακείμ Α (1498) και ο Θεόκλητος Β (!585) .

            Την εποχή αυτή κατέφευγαν ακόμα και στους Τατάρους  της Κριμαίας, που αργότερα στα 1777 μεταφέρθηκαν στην περιοχή Μαριούπολης στην Αζοφική. Μερικοί έχασαν την γλώσσα τους και άρχισαν να μιλούν Ταταρικά (χωριό Μάγκους), χωρίς όμως να συγχωνευτεί από τους Τάταρους.

 

 

 ΦΥΓΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ

 

 

            Η φυγή αυτή δεν πραγματοποιήθηκε κατά οικογένειες αλλά κατά ομάδες και σπάνια κατά άτομα.

            Αν εξαιρέσουμε τις πόλεις εκείνες που ήταν στρατηγικές  πχ Θεσσαλονίκη  ή χάρης τα προνόμια τους πχ Ιωάννινα , Τίρναβο, Γαλατά κλπ  παρατηρείται πραγματικό ξερίζωμα των πληθυσμών, φαινόμενο που παρουσιάζεται και στην Μ Ασία και στις περιοχές του Αίμου και στο Αιγαίο. Αυτό ήταν μια πολιτική των Οθωμανών με σκοπό την υπεροχή του μουσουλμανικού στοιχείου μεταξύ των ετών 1520 με 1530 σύμφωνα με τον Baekan. Έτσι βλέπουμε:

 

Ανδριανούπολη : 2.228 μουσουλμανικές οικογένειες  522 χριστιανικές

Προύσα : 6.165 μουσουλμανικές οικογένειες  69 Χριστιανικές

Άγκυρα : 2.399 μουσουλμανικές οικογένειες   277 Χριστιανικές.

Τοκάτη : 818 μουσουλμανικές οικογένειες   701 Χριστιανικές.

Σκόπια : 630 μουσουλμανικές οικογένειες  200 Χριστιανικές.

Σόφια:  471 μουσουλμανικές οικογένειες   238 Χριστιανικές.

Θεσσαλονίκη : 1.299 μουσουλμανικές οικογένειες 989 Χριστιανικές 2.645 Εβραϊκές.

Σέρρες : 671  μουσουλμανικές οικογένειες   357 Χριστιανικές.

Τρίκαλα : 301 μουσουλμανικές οικογένειες   343 Χριστιανικές.

Λάρισα : 693   μουσουλμανικές οικογένειες   75 Χριστιανικές κλπ

 

 

Εξαίρεση αποτελούσαν οι πόλεις :

 

Αθήνα : 11 μουσουλμανικές οικογένειες   2.286 Χριστιανικές.

Σεβάστεια: 261 μουσουλμανικές οικογένειες   750 Χριστιανικές.

 

            Πρέπει να σημειωθεί ότι οι μετακινήσεις συνεχίστηκαν επί αιώνες. Οι μετακινήσεις αυτές είναι γνωστές από προφορικές παραδόσεις και καταγράφτηκαν αργότερα.

 



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ελληνικό χωριό Τσερμαλίκ στην  Αζοφική Θάλασσα (φωτό Στ. Ελληνιάδης).





ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟ

 

            Στην Πελοπόννησο η τουρκική εισβολή το πρώτο μισό του 15ου αιώνα προκάλεσε μεγάλα κενά στα πεδινά μέρη και αραίωση των μεγάλων αστικών κέντρων. Οι πληθυσμοί φεύγουν από τα κράσπεδα των δρόμων για να μην υποφέρουν από τα Τουρκικά στρατεύματα ή τους Τούρκους υπαλλήλους.

            Έτσι χωριά και κωμοπόλεις που βρίσκονται επί των συγκοινωνιακών οδών εγκαταλείπονται και ερημώνουν, ενώ δημιουργούνται άλλα σε ασφαλέστερους τόπους.

            Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι μετατοπίσεις των χωριών Αγ Ιωάννης και Αγ Νικόλαος της περιοχής Ζαγοριών.

Τα βουνά γίνονται τόποι που πρέπει να θρέψουν όχι μόνο τους αραιούς πληθυσμούς των, αλλά και άλλους που καταφεύγουν από τα πεδινά .

            Οι κάτοικοι που ήθελαν να αποφύγουν τα επακόλουθα της συχνής διάβασης των Τούρκων από τα μέρη τους, τις περιοχές αυτές ονόμαζαν «Τουρκοδρόμια».

            Η διάρθρωση της Ελληνικής χερσονήσου με τα φυσικά της άσυλα, τα ορεινά και άγονα μέρη , με τις χερσονήσους και τα νησιά, έσωσαν ένα μεγάλο τμήμα του Ελληνικού πληθυσμού από την καταπίεση των Τούρκων και από τον φυσικό και ηθικό αφανισμό.

Γι αυτό ο Κοσμάς ο Αιτωλός ονόμασε ευλογημένα τα ψηλά βουνά και μακαρίζει εκείνους που ζουν σε αυτά, ενώ προφήτευε φοβερά για όσους ζούσαν στα πεδινά.

 

            Οι ορεινοί όγκοι της Πίνδου, ο Όλυμπος , το Πήλιο, η Όρθυς, κλπ έγιναν οι προστάτες οι προστάτες των πλησιέστερων πληθυσμών. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι το Καταφυγίου  των Πιερίων (είναι ενδεικτικό ότι αυτή η ονομασία συναντάται σε πολλά μέρη της Ελλάδος), οι κάτοικοί του λοιπόν ζούσαν σε έφορο χωριό που ονομαζόταν Ποδάρι στον Αλιάκμονα, αλλά επειδή καταπιεζόταν από τους Τούρκους αποσύρθηκε στις απόκρημνες και δασωμένες πλαγιές του  Φλάμπουρου που ήταν οι στάνες τους. Έκοψαν το μεγάλο δάσος των βελανιδιών και πεύκων και ίδρυσαν το χωριό τους, έτσι απαλλάχθηκαν από την παρουσία των Τουρκικών αρχών.

            Παρόμοια ήταν η ιστορία πολλών χωριών όπως η Σιάτιστα, η Γαλατινή, το Μπλάτσι, η Κλεισούρα, το Βαγάτσικο, το Κωσταράζι, η Σέλιτσα, η Μοσχόπολη κα.

 

            Πληροφορία έχουμε για το γεγονός αυτό από τον Εβλιά Τσελεμπή ότι προς Β της λίμνης του Λαγκαδά δεν συναντούσε κανείς τίποτα, μόνο σε ορισμένα σημεία έβρισκε κατεστραμένα χωριά και ερειπωμένους τοίχους σπιτιών που άνηκαν σε «ληστρικούς» πληθυσμούς (χαιντουτ) Έλληνες, Βουλγάρους  και Βλάχους που είχαν καταφύγει στα βουνά.

            Έτσι όχι μόνο οι κάτοικοι της Θράκης και Μακεδονίας, αλλά και της Θεσσαλίας αποσύρονται στους ορεινούς όγκους και εγκαθίστανται γιουρούκοι Τούρκοι στις εύφορες πεδιάδες. Τους γιουρούκους της Θεσσαλίας είχε εγκαταστήσει ο Τουραχάν μπέης, σαν μέτρο για τον μεγάλο αριθμό των Χριστιανικών χωριών και κάστρων γύρω από την Λάρισα.

            Οι μεγαλοκτηματίες όσοι δεν γίνηκαν μουσουλμάνοι έφυγαν σιγά σιγά αφού πρώτα εξουθενώθηκαν οικονομικά προς τα ορεινά. Οι Τούρκοι αυτοί με το πέρασμα των αιώνων χάνουν τις πολεμικές τους αρετές και στον 19ο αιώνα αναφέρονται σαν ειρηνικοί γεωργοί.

            Στον 19ο αιώνα η Θεσσαλία έχει κατακλυσθεί από τούρκους  μετριούνται 27 τζαμιά, σε ανώμαλες περιόδους ο Τουρκικός πληθυσμός μεταφέρεται στα Τρίκαλα για σιγουριά, Τουρκόπολη είναι και τα Φάρσαλα (Τσατάλτζα).

 

ΒΛΑΧΟΙ

            Η συμπίεση βλάχικων πληθυσμών στην οροσειρά της Πίνδου δημιουργούν συνοικισμούς από μεγάλες πατριαρχικές οικογένειες (φάρες) οι οποίες δημιουργού ένα χωριό, ο υπερπληθυσμός τους βρίσκει διέξοδο προς άλλους ορεινούς όγκους και τον Όλυμπο, έτσι έχουμε βλάχικους πληθυσμούς στα χωριά: Νεοχώριο, Φτέρη,  Μηλιά, Βλαχολιβαδιό, Κοκκινοπλού που ήρθαν από τα βουνά της Πίνδου, αξιοπιστία σε αυτό δημιουργεί οι ομοιότητες στα ονόματα, την γλώσσα, την προφορά, τα ήθη και έθιμα κλπ των βλάχων του ολύμπου και της Πίνδου (Σαμαρίνας κλ).

 

 

ΗΠΕΙΡΟΣ

 

            Και στην Ήπειρο παρατηρείται καταφυγή σε απόμερα οχυρά όπως από την Παλαιά πάργα στην Νέα κατά την έναρξη των Τουρκικών επιδρομών, στις περιοχές αυτές επικρατούσε μεγάλη αναταραχή και αναρχία, οι κάτοικοι συνοικίζονται σε χωριά το ένα κοντά στο άλλο σε ορεινά μέρη και ζουν από την κτηνοτροφία. Το φαινόμενο αυτό παρουσιάζουν τα χωριά  γύρω από τον Τσαμαντά : Σωτήρας, Λίντιζδα, Γριάζδανη, Μαλτζιάνη, Πόβλα, Αχούρια, Φατίρι, Μπαμπούρι, Λειά, Γλούστα, Λίστα, Ζίτσα, Κρετζούνιστα κλπ Ο τρόπος αυτός οικισμού έχει να κάνει με την μορφολογία του εδάφους.

            Όχι μόνο τα βουνά αλλά και μικρές αποκομμένες από τους δρόμους χερσόνησοι χρησιμοποιούνται για οικισμό πχ η Πάργα

 

 

ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ

 

            ΟΙ  συμπιεσμένοι  κάτοικοι  πχ η Χαλκιδική που απομονώνεται από την άλλη Μακεδονία με τον ορεινό όγκο του Χολομώντα. Περιγράφοντας την ορεινή αυτή περιοχή ο περιηγητής Cousinery λέγει ότι στις εποχές των επαναστάσεων και των κατακτήσεων τα δάση έγιναν άσυλα των κατοίκων.

            Αυτά λοιπόν εμπόδισαν την μετανάστευση και την διαρροή τους και διατήρησαν έμεικτες τις παλαιές οικογένειες που είχαν καταφύγει εκεί. Αυτά διατήρησαν την καθαρότητα του γένους των Γι αυτό οι πληθυσμοί αυτοί ήταν υπερήφανοι για την ελληνική τους καταγωγή.

            Η ορεινή περιοχή του Χολομώντα καταλήγει σε ακόμα πιο ασφαλή καταφύγια στις τρεις χερσονήσους της Κασσάνδρας, Σιθωνίας και του Αγίου  Όρους. Οι χερσόνησοι αυτοί φαίνεται ότι έγιναν καταφύγια κατά καιρούς ταλαιπωρημένων από εχθρικές επιδρομές των πληθυσμών. Δες ένα δημοτικό τραγούδι:

 

Κανείς δεν την επάτησε την ξακουστή Κασσάνδρα

Μόν ο Λοπούτ την πάτησε , μόν ο Λοπούτ την πήρε.

 

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Χορός των Ελλήνων της Αζοφικής.





ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΙ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ

 

 

            Οι χερσόνησοι της Θεσσαλομαγνησίσα, της Μάνης που προστατεύονται από τον Ταΰγετο και το Πήλιο χρησιμοποιήθηκαν σαν καταφύγια .

            Η χερσόνησοι της Θεσσαλομαγνησίσα αρχίζει από το Τσάγεζι ήταν απομονωμένη ως τα τελευταία χρόνια του Βυζαντίου και άργησε πολύ να πατήσει εκεί ο κατακτητής , ομοίως ασφάλεια παρουσίαζε η κοιλάδα των Τεμπών, οι κάτοικοι εδώ γνώριζαν την τέχνη της υφαντικής και της βαφής κόκκινων νημάτων, κατέφυγαν σιγά σιγά στις βόρειες πλαγιές της Όσσας και συνοίκισαν τα Αμπελάκια που άκμασαν κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, νότια του Κισσάβου αναπτύσονται η Αγιά που επιδόθηκαν στην βιοτεχνία των βαμβακερών υφασμάτων (αλατζάδων, ζουναριών, σερβετών κλπ) που έστελναν στην Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη και με την συνεργασία των Αμπελακιωτών στην Αυστρία και Γερμανία. Λένε ότι η Αγιά μεγάλωσε μεταξύ 1665 και 1680 τον καιρό που κατάστρεψαν οι Τούρκοι το Βαθύρεμα , όπου γεννήθηκε ο Αγ Συμεών, ο κτίτωρ της μονής Φλαμουρίου.

            Σε περίοδο ακμής φαίνεται ότι βρίσκεται το Τσάγεζι και παρατηρείται συρροή πληθυσμού, εκεί κτίστηκαν δύο μαναστήρια της Παναγιάς και του Αγ Δημητρίου που οχυρώθηκαν για να αντιμετωπιστούν οι Πειρατές.

            Πρόσφυγες από την Εύβοια και την Φθιώτιδα συνοικίζουν τον Πλάτανο και χωριά του Πηλίου, μερικά από τα χωριά αυτά αναπτύχθηκαν γύρω από μοναστήρια και πήραν το όνομά τους Αγ Ονούφριος, Αγ Λαυρέντιος κλπ .

            Η Δημητριάς κατοικείται ως τα τέλη του 16ου αιώνα

 

 

ΜΑΝΗ

 

            Χαρακτηριστικές είναι οι παρατηρήσεις του Chasteaurenault στα 1916 που τις έστειλε στον Λουδοβίκο ΙΓ :

 

«…η χώρα αυτή μπορεί ναμεταβληθεί προς μεγάλη πόλιν, παραδόξως κειμένην και πολυάνθρωπον, οριζομένη αφ ενός υπό της Θαλάσσης και προς την οποίαν φέρουσιν ολίγαι μόνον πάροδοι από της Καλαμάτας άχρι της Πασσάβας, των δύο άκρων ρης Μάνης. Η χώρα αυτή περιέχει 700 περίπου πόλεις και χωριά και πλείστα μοναστήρια…».

Απ ότι καταλαβαίνεις ο αριθμός των πόλεων και των χωριών είναι υπερβολικός, πάντως άλλες πληροφορίες του 1672 κατεβάζουν τα χωριά σε 300 και τις κωμοπόλεις σε 60.

            Γεγονός είναι ότι η περιοχή ήταν πυκνοκατοικημένη στο εσωτερικό. Φαίνεται ότι μετά το 1460 πολλές οικογένειες (αρχοντικές και μη) του Μυστρά και των γύρω πόλεων κατέφυγαν.

            Στις ανατολικές και δυτικές υπώρειες του Ταΰγετου ιδρύθηκαν νέοι οικισμοί και αναμείχθηκαν με τους Αλβανούς και τους Αλβανοβλάχους εποίκους, ε αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ο πολεμικός λαός των Μανιατών.

            Τα παράλια είναι άδεια κατά τις αρχές του 16ου αιώνα (1512) και έδιναν την εντύπωση στους ταξιδιώτες ερήμων περιοχών . Η δε φτώχια των κατοίκων ήταν πασιφανής

 
ΕΥΒΟΙΑ

 

            Και η περιοχή αυτή ήταν μια μορφή απόμερης χερσονήσου, χωρίς όμως να έχει την ασφάλεια των άλλων, και εδώ παρατηρήθηκε καταφυγή κατοίκων προς τα ορεινά μέρη, όπου ζούσαν σαν ποιμένες και φυσικά ελεύθεροι, διατηρώντας την καθαρότητα   της γλώσσας και της φυλετικής καταγωγής.

 

ΑΚΑΡΝΑΝΙΑ

 

           Η  περιοχή αυτή επεκτείνεται στο τρίγωνο Αμβρακικός, όχθες Αχελώου. Τα Άγραφα , ο Ασπροπόταμος, οι άγριες περιοχές του Βάλτου και Ξηρόμερου ήταν αξιόλογο άσυλο Ελληνικών πληθυσμών, όσων δεν είχαν καταφύγει στα Επτάνησα.

 

ΒΑΛΤΟΣ

 

            Πληροφορίες μας δίνει ο Γάλλος αρχαιολόγος L Heuzey στα 1856, δες μερικά συμπεράσματά του:

            «Τα φτωχικά χωριά του Βάλτου είναι χωμένα μέσα σε πυκνά δάση και απρόσιτες θέσεις , όπου φτάνει κανείς ακολουθώντας μυστικά και επικίνδυνα μονοπάτια. Αποτελούνται από καλύβες την μια μακριά από την άλλη και είναι έτσι τοποθετημένες που μπορεί κανείς να περάσει δίπλα τους χωρίς να τις αντιληφθεί. Μόνο το λάλημα των πετεινών και ο καπνός που ανεβαίνει από τα φυλλώματα μαρτυρεί την παρουσία ανθρώπων. Στο βάθος αυτών των δασών νοιώθει κανείς απομονωμένος, νομίζει ότι έχει περιπλανηθεί και έχει χαθεί, γιατί δεν έχει μπρος του ανοικτό ορίζοντα και σημεία προσανατολισμού.  Τα μάτια του δεν μπορούν να δουν πιο μακριά από μερικά μέτρα. Η πυκνή και απέραντη σκιά και η ερημιά του δάσους είναι κακοί σύμβουλοι. Πιο κακοί και από την νύκτα: του ξυπνούν σκοτεινές ορμές και τον σπρώχνουν προς το κακό , γιατί του υπόσχονται απόλυτη μυστικότητα και του προσφέρουν ασφαλές καταφύγιο».

            Οι Βαλτινοί είναι πράγματι λύκοι και αγρίμια, όπως τους ονομάζουν οι γείτονές τους Ξηρομερίτες. Οι νέοι σιωπηλοί, τολμηροί, δυνατοί, σκληροτράχηλοι, με ιδανικό τους να γίνουν κλέφτες, πρώτυπό τους ο Χρίστος Μηλιόνης, στόχος τους το αρματολίκι:

Γρήγορα το αρματολίκη

Οτ ερχόμαστε σαν λύκοι.

 

            Οι Τούρκοι φρόντιζαν να μη τους ενοχλούν. Τους είχαν οργανώσει σε αρματολικά σώματα και τους είχαν αναθέσει την φύλαξη ορεινών περιοχών από την Ήπειρο μέχρι τα Άγραφα. Συχνά οι Βαλτινοί εξεγείροντο όταν καθυστερούσε η μισθοδοσία  ή όταν οι Βενετοί τους παρακινούσαν. Και δεν δίσταζαν να κινηθούν διότι τα μέρη τους ήταν ασφαλή, μάταια οι Αλβανοί μισθοφόροι των Τούρκων προσπαθούσαν να εισδύσουν .

            Οι κάτοικοι έβαζαν φωτιά στις φτωχικές τους κατοικίες και έτρεχαν να σωθούν, οι εχθροί είχαν να κάνουν με έναν αόρατο εχθρό, που παρακολουθούσε κάθε τους κίνηση και φανερωνόταν  ξαφνικά τους σε επίκαιρες θέσεις για να τους αφανίσει.

            Η κατάσταση αυτή ήταν συνηθισμένη στον Βάλτο και οι κάτοικοι ζούσαν πάντα με το όπλο στο χέρι και περιφρονούσαν τις αγροτικές εργασίες που τις θεωρούσαν κατάλληλες για ραγιάδες.  Βέβαια δεν είχαν καν τα στοιχειώδη μέσα διατροφής και υποσιτιζόντουσαν και θεριζόντουσαν από ελώδεις πυρετούς.

 

ΞΗΡΟΜΕΡΟ


            Οι κάτοικοι του Ξηρομέρου ήταν ηρεμότεροι, ωστόσο ήταν υπερήφανοι, πολεμικοί, γενναιόψυχοι και ανήσυχοι . Τα χαρακτηριστικά τους ήταν ευγενικά , η κορμοστασιά του ψηλή και οι τρόποι τους αφελείς. Όπως και οι Βαλτινοί επί 400 χρόνια έζησαν με το όπλο στο χέρι και ήταν αρματολοί και κλέφτες. Στο Ξηρόμερο κάθε χρόνο γινόταν η συνάντηση των κλέφτικων ομάδων που κατέβαιναν από τον Ζυγό, την Κ Αιτωλία, τον Βάλτο και τα Άγραφα. Οι κλέφτες του Ξηρομέρου λημέριαζαν στο χωριό Βάρνακα, σαν ασφάλεια βέβαια είχαν και τα Ιόνια νησιά που αν χρειαζόταν μπορούσαν να περάσουν. Γι αυτό οι καπετάνιοι του Ξηρομέρου είχαν σπίτια κοντά στην θάλασσα.

            Τα χωριά της Ακαρνανίας δεχόντουσαν επιρροές από την Ιταλική γλώσσα .

            Επείσης είναι γνωστή η καταφυγή Αλβανών κλπ πληθυσμών στην Κέρκυρα

 

Η ΖΩΗ ΣΤΑ ΑΓΟΝΑ ΜΕΡΗ

 

            Οι πληθυσμοί έμεναν για μεγάλο χρονικό διάστημα στα ορεινά διότι ο κίνδυνος δεν ήταν περαστικός, έτσι πολλοί οικισμοί είναι νεώτεροι μετά τον 14ο αιώνα και είναι κτισμένες στις υπώρειες  και πλαγιές των βουνών, σε αποστάσει μιας μέχρι τρεις ώρες μακριά από την θάλασσα, η παράμετρος της συγκοινωνίας είναι κάτι που δεν απασχολεί τους κατοίκους, αυτό που πρωτεύει είναι η απομόνωση.

            Έτσι αυτά που πρέπει να εξασφαλίσουν οι φυγάδες είναι η ΑΣΦΑΛΕΙΑ και το ΝΕΡΟ και μετά έρχονται οι γαίες που πολλές φορές δημιουργούνται με μεταφορά χώματος, τα δάση, τα λιβάδια.

            Οι δυσκολίες των κατοίκων τους κάνει ευρηματικούς και δυνατούς, τα μέρη τους γίνονται με τον χρόνο πυρήνες γεωργικοκτηνοτροφικών και βιοτεχνικών επαγγελμάτων και αναπτύσσεται κάποιο μικρό εμπόριο.

            Δημιουργούνται νέα ήθη και έθιμα εκ του τρόπου ζωής, έτσι πεδινοί πληθυσμοί μετατρέπονται σε ορεινοί ή ποιμενικοί σε ναυτικοί κοκ οι νέες συνθήκες τους αναγκάζουν σε μεταναστεύσεις μέχρι την Σμύρνη , την Αλεξάνδρεια , το Άγιο Όρος ή και την Μ Ασία προκειμένου πχ να βρουν δάση για την υλοτόμησή τους και μετά να βρουν τόπους που θα είναι δεκτά τα προϊόντα της υλοτομίας τους για να αγοραστούν.

            Στους ορεινούς πληθυσμούς η φτώχεια επιβάλει λιτότητα τροφής και ενδυμάτων, η κατάσταση αυτή δημιουργεί ανταρσίες και ορμητικές καθόδους απελπισμένων ραγιάδων.

            Έτσι παρατηρείται το παράδοξο τα πεδινά να έχουν αραιό πληθυσμό και τα ορεινά  πυκνό! Πχ η Τσακωνιά πριν το 1668 απλωνόταν σε πολύ πιο μεγάλη έκταση από την σημερινή, συμπεριελάμβανε και χωριά της Λακωνικής πεδιάδας. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται σε όλη την Βαλκανική.

            Ο απομονωτισμός αυτός των κατοίκων σε περιοχές δύσβατες δημιούργησε τον ΠΑΡΤΙΚΟΥΛΑΡΙΣΜΟ   και δημιούργησε οπιστοδρόμιση  

            Στα βουνά δημιουργήθηκε ένα ζωηρό έθνος, ανυπότακτο, αποφασιστηκό εν αντιθέσει με τους κολίγους των Τούρκων στους κάμπους.

«Στις χώρες δκλάβοι ζουν, στους κάμπους με τους Τούρκους.

Χώρες, λαγκάδια κι ερημιές έχουν τα παλικάρια.

Παρά με Τούρκους , με θεριά καλύτερα να ζούμε.»

 

            Οι περιηγητές μιλούν υποτιμητικά για τους Έλληνες των πεδινών .

            Μετά την παρακμή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας από τα τέλη του 16ου μια αρχές του 17ου αιώνα παρουσιάζεται μια νέα μάστιγα οι επιδρομές και οι λεηλασίες των Αλβανικών και Ελληνικών ληστρικών ομάδων στην Ήπειρο, τα Ζαγοροχώρια πολλά έπαθαν, αλλά και οι αυθαιρεσίες των τουρκικών καταδιωκτικών αποσπασμάτων, την εποχή αυτή έχουμε και ανταρσίες Πασάδων και άλλων τυραννίσκων. Έτσι πολλοί ορεινοί πληθυσμοί απελπισμένοι εξισλαμίζονται ή ξενιτεύονται, η νέα αυτή φυγή από τα ορεινά γίνεται επιτακτική διότι ο πληθυσμός έχει αυξηθεί από τις γεννήσεις ή από την συρροή Ελλήνων από άλλες περιοχές. 

            Παρά λοιπόν τον εξισλαμισμό βλέπει κανείς ότι οι Τούρκοι είναι μειονότητα κατά τα μέσα του 16ου αιώνα. Ο καθηγητής Omer Lutfi Barkan στηριζόμενος στην απογραφή του σουλτάνου Σουλεϊμάν Α  που έγινε μεταξύ 1520 και 1538 μας δίνει τον πιο κάτω πίνακα :

 

Λιβάδες           Μουσουλμανικές       Χριστιανικές   Εβραικές         Σύνολο           

                         Οικογένειες

 

Πασά               66.684                         183.512           2.998               253.194

Τσιρμέν           12.686                             1.578                                     14.264

Βιζέ (Βιζύης)   12.193                             9.467                                     21.660

Καλλίπολης      5.001                              3.901               23                    8.925

Ρόδος, Κως        1.121                             5.191                                       6.312

Μυτιλήνη              332                              7.327                                      7.659

Ιωάννινα               613                            32.097                                     32.710

Καρλελί                    7                             11.395                                    11.402

Τρίκακα            12.347                             57.671           387                  70.405

Ευβοίας                  663                             33.671                                   33.728

Μοριάς                1.065                             49.412           464                  50.941

 

            Στα 1502 ο Βαγιαζίτ θέλοντας να αντιμετωπίσει την εναντίον της Οθωμανικής δυναστείας προπαγάνδα των σχιιτών ανάμεσα στους Τουρκομάνους της Ανατολής διέταξε καιμεταφέρθηκαν ένα μέρος των Τουρκομάνων Σχιιτών (κιζιλμπασήδων) από την περιοχή Τεκέ και Χαμότ στην Μεθώνη και Κιρώνη.

 

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η Ανδριανούπολη.

 

ΑΓΡΑΦΑ

 

            Στα 1520 τα Άγραφα είχαν 332 οικογένειες και ήταν χάσι του Φερχάτ πασά με εισόδημα 48.994 ακτσέδες καθώς και η περιοχή Ασπροποτάμου αποτελούν σημαντικές αφετηρίες αποδημιών.

            Η φτώχεια αναγκάζει πολλές οικογένειες να κατέβουν προς την Λάρισα (οι περισσότεροι Λαρισινοί είναι αγραφιώτες και Ραψανιώτες), αλλά κατευθύνονται και προς την Κοζάνη και την Θεσσαλονίκη.

            Τον Οκτώβριο του 1605 είναι πολλοί Αγραφιώτες στην Θεσσαλονίκη (στα Τούρκικα έγραφε «Σκούρτα») και είναι σε καλή οικονομική κατάσταση ώστε πληρώνουν 70.000 άσπρα κάθε χρόνο τα μισά δηλαδή άσπρα που έπρεπε να καταβάλουν οι Χριστιανοί της πόλης (153.280 άσπρα) για τα έξοδα των 69 πυροβολητών του φρουρίου της.

            Έχουν εγκατασταθεί δε έξω από την Θεσσαλονίκη στο Ασβεστοχώρι  (Κιρέτς κιοι) , η περιοχή κατά μήκος του ρυακιού ονομάστηκε Βλάχικος Λάκκος και είναι βιοτέχνες, ράφτες, βαφείς, κοσμηματοποιοί, υποδηματοποιοί κλπ  υπερέχουν των ντόπιων και τους ονομάζουν περιφρονητικά Παιζάνους.

            Οι Αγραφιώτες έφτασαν μέχρι την Προποντίδα και συνοίκισαν και χωριά στην Μ Ασία, αλλά και στην Φιλιππούπολη, όπου έρχονται και άλλοι Έλληνες από την Ήπειρο και την Μοσχόπολη.

            Αντανάκλαση της ευμάρειας τους είναι οι όμορφες εκκλησίες των Αγράφων , του Ασπροπόταμου και γενικά της Πίνδου που κτίστηκαν τον 17ο και 18ο αιώνα. Και εκφράζουν την σχέση από τις χώρες που είχαν αποδημήσει οι κτήτορες (πχ Ρουμανία).

            Είναι πιθανό αγραφιώτες να εγκαταστάθηκαν και στο χωριό Καστανιά της Σάμου, αν και θεωρούνται Ηπειρώτες οι πρώτοι κάτοικοι.

            Στα Άγραφα ανπτύχθηκε το δημοτικό τραγούδι σε σχέση με την ξενιτιά

«Το ποιά  χει άντρα στην ξενιτειά και γιον ξενιτεμένο;

Πες της να μην τους καρτερεί , να μην τους περιμένει.

Ξήντα καράβια βούλιαξαν, και τους επήρε μέσα.

Γέμις η θάλασσα πανιά κι οι άκρες παλληκάρια»

 

ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΕΣ  

 

            Από την Ήπειρο και την Αλβανία ξεκινούσαν ομάδες φτωχών και πεινασμένων ανδρών προς αναζήτηση εργασίας, και με στόχο να συντηρήσουν τις οικογένειές τους.

            Οι  κάτοικοι του  Τσαμαντά  μισθώνονταν σαν βοσκοί και αγωγιάτες στην μουσουλμανική Κονίσπολή τριγύριζαν σαν καζαντζήδες και καλαϊτζήδες στα χωριά Νίβιτσα κοντά στο Δέλβινο , μερικοί πήγαιναν και στην Θεσσαλία , την Μακεδονία και άλλα μεγάλα κέντρα της αυτοκρατορίας.

            Πολλοί Βορειοηπειρότες και Αρβανιτόβλαχοι έμεναν μόνιμα στην Ανατολική Ρωμυλία και μερικοί στην καρδία της Βουλγαρίας στο Αρμπανάσι. Ο Σουλεϊμάν μπέης τους είχε απολάξει από τους φόρους και μερικοί εγκαταστάθηκαν στο Τίρνοβο.

            Ο Belon πηγαίνοντας προς την Κωνσταντινούπολη επί της Εγνατίας οδού συναντά μεγάλες ομάδες από «Αλβανούς» χωρικούς ή εργάτες που επέστρεφαν στην πατρίδα τους  («Οι Ηπειρώται λέγονταν στην Τουρκία και Αρβανίται ως γνώσται της αλβανικής γλώσσης….» όπως λέει και η  Κ Μυρτίλου – Αποστολίδη στο βιβλίο της  Στενίμαχος Αθήναι 1929 σ 34  και περιφρονητικά  σε στιγμές οργής από τους άλλους Έλληνες μέχρι και τα τελευταία ακόνη χρόνια, η ίδια σύγχυση  υπήρχε ανάμεσα στα ηπειρωτικά και ιλλυρικά φύλα στην αρχαιότητα).

            Αυτοί οι άνθρωποι ήταν πολύ φτωχοί , πάντα ξυπόλυτοι, σκληροί δουλευτάδες και οικονόμοι. Με τις οικονομίες τους συντηρούσαν τις οικογένειές τους τον χειμώνα. Ο Belon λέει σχετικά « …μου θυμίζουν τους κατοίκους της Σαβοΐας που περνούν τον χειμώνα στην Ιταλία ως ξυλοκόποι και της Λομβαρδίας που πηγαίνουν στην Γερμανία , Γαλλία, Φλάνδρα, Δανία και σε άλλες μακρινές χώρες καθαρίζοντας καπνοδόχους, οι απόδημοι αυτοί ήταν Χριστιανοί ορθόδοξοι και μιλούσαν μια γλώσσα που σε ορισμένα σημεία διέφερα από την Ελληνική, αλλά μιλούσαν και τα Ελληνικά» ότι ήταν βορειοηπειρόται φαίνεται από το χωρίο του  Belon «Αν λάβη κανείς υπ όψη την σύγχυση που επικρατούσε ως τα τελευταία χρόνια ανάμεσα στις Αλβανίτης και Ηπειρώτης καταλαβαίνει πολύ καλά ότι οι περισσότεροι από τους παραπάνω εργάτες ήταν βορειοπειρώτες Έλληνες».

            Πολλοί κτίστες προέρχοντο από την Αλβανία , την Δ Μακεδονία και την Ήπειρο από τα λεγόμενα μαστοροχώρια και κατά τον Belon είχαν ένα ιδίωμα μια συνθηματική γλώσσα των κτιστών  (κουδαρίτικα).

            Μερικοί από αυτούς τους εργάτες αν έβρισκαν ευνοϊκές συνθήκες παρέμεναν στον τόπο που επιλέγανε και μετακαλούσαν και τις οικογένειές τους ή παντρευόντουσαν εκεί και δημιουργούσαν οικογένεια. Πχ στα Λακκοβίκια του Παγγαίου  στα τέλη του 19ου αιώνα αναφέρονται ξένες οικογένειες Ελληνοβλάχων και Ελληνοαλβανών που μετοίκησαν από την Θεσσαλία, την Ήπειρο, και την Αλβανία.

            Οξ δε κάτοικοι της Χαλκιδικής μίσθωναν εποχιακούς εργάτες για τις αγροτικές εργασίες τους λεγόμενους Γκέκηδες.

 

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Παραδουνάβιες περιοχές. Αρκετοί Έλληνες, τέλος, δραστηριοποιήθηκαν στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, τη Βλαχία και τη Μολδαβία, περιοχές που κυβερνούσαν Φαναριώτες ηγεμόνες.

 

ΠΕΡΙΟΧΗ ΣΙΔΗΡΟΚΑΥΣΙΩΝ

 

            Αλλά και από τις περιοχές της Βουλγαρίας έχουμε μετακίνηση προς νότο, είναι γνωστό ότι στην Χαλκιδική μισθώνονταν εργάτες για  «κάρβουνα» ή για διάφορες αγροτικές δουλείες .

            Όσοι  παντρευόντουσαν δεν  γύριζαν πίσω στο φαινόμενο αυτό οφείλονται τα ελάχιστα σλαβικά τοπωνύμια της Χαλκιδικής, η κάθοδος αυτή ενίσχυσε τα υπολείμματα των παλαιών σλαβικών εποικισμών, έτσι τα εθνικά σύνορα κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας δεν υπάρχουν. Το φαινόμενο βέβαια δεν παίρνει υην έκταση της παλαιάς σλαβικής καθόδου. Οι Βυζαντινολόγοι μη γνωρίζοντας τα περιστατικά της Τουρκοκρατίας έπεσαν σε ανακρίβειες .

            Όμως πολλοί Έλληνες ταξιδεύουν προς Βορά όπου και στάθμευαν ή και έμεναν οριστικά στις πανάρχαιες Ελληνικές πόλεις της Βουλγαρίας ενισχύοντας τον ελληνικό πληθυσμό.

            Στις παραδουνάβιες ηγεμονίες τόνωσαν τους μικρούς πυρήνες των Ελληνικών παροικιών, το ίδιο συνέβηκε και στις Γιουγκοσλαβικές χώρες, και το αντίθετο φαινόμενο έγινε στις Ελληνικές χώρες.

            Οι Βούλγαροι χωρικοί και εργάτες έγιναν φορείς σλαβικών τοπονυμίων όπως Νόβο Σέλο (νέο χωριό)  που αναφέρονται στα 1640. Είναι η εποχή των Μαντεμοχωρίων στα Σιδηροκαύσια που στην Τουρκοκρατία παρατηρήθηκε συρροή ατόμων από διάφορες εθνικότητες, ιδίως Βουλγάρων, ο πληθυσμός αυτός αυξομειώνεται ανάλογα με την απόδοση των μεταλλείων.

            Η περιοχή των Σιδηροκαυσίων ή Σιδερόκαψας  δεν είναι στην σημερινή Στρατονίκη στο παλαιό Ίσβορο, αλλά βορειότερα σε μια κοιλάδα, την ακριβή θέση του μας την δίνει ο Εβλιά Τσελεμπή και ο Χατζή Κάλφα(μέσα 17ο αιώνα), ήταν μια περιοχή 16 χιλιόμετρα από την θάλασσα, είχε ένα τζαμί, δύο λουτρά και μια μικρή αγορά και υπαγόταν στην Θεσσαλονίκη, είχε επιμελητή του στρατού , αρχηγό των γενιτσάρων, οικονομικό έφορο και ανώτερο όλων τον εμίνη (διευθυντή) του αργυρορυχείουο οποίος εκδίκαζε πολιτικές και ποινικές υποθέσεις. Η περιοχή ήταν κατάφυτη γραφική με ψηλά βουνά και άφθονα θηράματα. Απαγορευόταν η ξύλευση στα δάση της γιατί τα δένδρα χρησιμοποιούνταν  στα καμίνια για την τήξη του αργύρου. Υπήρχαν πολλά νερά και καλλιέργειες .

            Από φερμάνι του Μεχμέτ Β (1475/1476) βλέπουμε ότι οι μεταλλωρύχοι  των Σιδηροκαυσίων θα δίνουν στα 12 δράμια αργύρου το 1. αλλά θα είναι υποχρεωμένοι να πουλούν στους Emil (εκμισθωτές) του εκεί νομισματοκοπείου και τους αργυραμοιβούς (σαράφηδες) που ήταν υποχρεωμένοι να μην το αγοράζουν σε τιμή κατώτερη από την διατίμηση. Αλλιώς ο σούμπασης (αρχιαστυνόμος) και ο καδής θα τους τιμωρούν κατά τις πράξεις τους.

            Τα Σιδηροκαύσια μετά την αναδιοργάνωση από τον Σουλεϊμάν Α στα 1530, γνωρίζουν νέα ακμή και το χωριό μεγαλώνει γοργά, οι ευκαιρίες για εργασία και κάποια προνόμια προσελκύουν Έλληνες   και άλλους βαλκάνιους που μιλούσαν esclavon, οι περισσότεροι είναι Βούλγαροι ενώ οι τεχνίτες ήταν Γερμανοί κοινή γλώσσα σε όλες αυτές τις εθνότητες  η ΕΒΡΑΪΚΗ. Οι εργασίες ξεκινούσαν Δευτέρα και τελείωναν Παρασκευή, οι εργάτες αργούσαν Σάββατο και Κυριακή ( καταλαβαίνεις ότι οι Εβραίοι είχαν επιβάλει τον τρόπο ζωής τους, για τις δύο ημέρες που δεν δούλευαν δεν γνωρίζουμε αν οι εργάτες πληρωνόντουσαν.)

            Ο Σουλτάνος εισέπραττε τον μήνα μετάλλευμα  αξίας 18 με 30.000 δουκάτα. Ο άργυρος δεν βρισκόταν καθαρός για την επεξεργασία του δούλευαν 500 με 600 σκόρπιους στα βουνά φούρνους και πάνω από 6.000 Αλβανοί, Έλληνες Εβραίοι. Βλάχοι, Κιρκάσιοι, Σέρβοι, και Τούρκοι. Πληροφορίες δίνει ο Belon για τις εγκαταστάσεις των μεταλλείων και την τεχνική επεξεργασίας . Από τον 17ο αιώνα παρατηρείται βαθμιαία παρακμή των μεταλλείων της Χαλκιδικής.